Ἀρχεῖα ἐτικέττας: Ποιήματα

Πως έγινα ποιητής

Στην μάνα μου επίσκεψη πήγα στο Περιστέρι
και όσο επερίμενα να γίνει το φαΐ
κι ενώ ξερογουργούριζε το άντερο με βία
να ξεχαστώ ετσάκωσα βιβλίο εις το χέρι.
Μέσα είχε τα άπαντα του Γιώργου του Σουρή
ποιηματάκια, θέατρα, στιχάκια μαντινάδες
και δύο τόμους είχανε τα άπαντα εκείνου
που εσφαλμένα ποιητή ο κόσμος θεωρεί.
Διαβάζω λίγο στην αρχή, διαβάζω και στο τέλος
με έπιασε πονόματος, οι τρίχες μου επέσαν
με τον ανοικονόμητο εκείνον ποιητή
και εις το τόξο έβαλα φαρμακωμένο βέλος.
Τι σαχλαμάρες είν΄ αυτές στο δίτομο γραμμένες;
οποία ανεγκεφαλιά, οποία ατεχνία;
όταν θα τον εμύραιναν στην κούνια του μωρό
όλες οι μοίρες θάτανε σίγουρα μεθυσμένες.
Όλο κρυάδες έγραφε και όλο σαχλαμάρες
με τ΄ άνοστα αστεία του πλευρίτιδα θα πάθεις
μπορεί δυσκοιλιότητα, άφθες με τερηδόνα
ίσως κανέναν ίλιγγο από τις κουταμάρες.
Αγριεύω και σηκώνομαι κοιτάω ένα γύρω
πολεμική διάθεση μου έρχεται στο στήθος
αρπάζω το μολύβι μου, αρπάζω και χαρτί
εκδίκηση μαινόμενος να πάρω από την Σύρο.
Τρέμετε κάμποι και βουνά, στερέψετε βρυσούλες
της ποίησής μου ο θυμός θα τρίξει στους αιθέρες
και σύ ανοικονόμητε και φαύλε ποιητή
ψάξε για καταφύγιο στης Σύρου της ραχούλες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σε νέο μετακόμισα σπίτι, πανάθεμά το,
όλο σκουπίδια, φρόκαλα και χώματα γεμάτο
κι αντί μέσω της έμπνευσης τους ουρανούς να ΄γγίζω
με βάζει η γυναίκα μου συνέχεια να σκουπίζω.
Το ηθικόν το δίδαγμα αυτής της ιστορίας
είναι πως όποιος παντρευτεί θάχει ταλαιπωρίας.

Η διαθήκη μου

Όντας τρομερός καλλιτέχνης, είχα αναρτήσει παλιά ένα ποίημα με τίτλο ΔΙΑΘΗΚΗ. Ψάχνοντας να το βρω για να το στείλω σε κάποιον φίλο, ανακάλυψα ότι είχε χαθεί μαζί με κάποια άλλα, και από τα δύο ιστολόγιά μου, δεν ξέρω πως. Είχε επιβιώσει βέβαια αντιγραμμένο (και χωρίς πηγή ΦΥΣΙΚΑ) σε δύο τρία άλλα ιστολόγια. Οπότε το ξανα-αναρτώ. Τι να κάνω; Αντιγράφω αυτούς μου με αντέγραψαν!

Η υστερνή μου θέλησις όταν θα μεγαλώσω
και την οδό την ένδοξο του βίου μου τελειώσω
είναι να με φυτέψουνε μέσα σε μια πλατεία
και να μου κάνουν άγαλμα και άλλα μεγαλεία.
Η μέρα δε η κρίσιμος η της γεννήσεώς μου
να ορισθεί εξ άπαντος επέτειος του κόσμου.
Παράτες και βεγγαλικά, οχήματα, φαντάροι,
οι πόλεις να σκοτώνονται ποια γόνο θα με πάρει,
οι βουλευτές, οι γραμματείς κι οι άλλοι φαρισαίοι
για μένανε να σβήνουνε των αγροτών τα χρέη.
Να πέφτει ο τιμάριθμος, τα κέρδη ν΄ ανεβαίνουν
και οι φτωχοί και άποροι με κρέας να χορταίνουν.
Τρεις κηπουροί με το γκαζόν που θάχω να παλεύουν
να το αφήνουν μπόλικο και να μην το κουρεύουν.
Τριγύρω να χοροπηδούν χορευτικά Ποντίων,
Θρακών, Πελοπονήσιων, Κρητών μα και Κυπρίων.
Παντού οι μικροπωλητές να ψήνουν παϊδάκια,
ο κόσμος δέ να πρήζεται με μπύρες και σουβλάκια,
να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα
από τα τόσα έκτροπα μέσα εις την αλάνα.
Να κόβουν βόλτες αλβανοί, μαύροι, ινδοί, αζέροι,
σκύλοι, γατιά, καλόγεροι, ζευγάρια χέρι χέρι
και θίασοι πολυμελείς να παίζουνε κοντά μου
τα έργα τα διάσημα που είναι όλα δικά μου.
Πολύστηλους διθύραμβους να γράφουνε στον τύπο
για μένα που κατήγγειλα κάθε φρικώδη ρύπο,
που ήμουνα αδέκαστος ταγός και δικαστής
που δυστυχώς δεν έβαλα και για πολιτευτής
(γιατί ακαίρως κόπηκε της νιότης μου το άνθος
στα εκατό με πάτησε μ΄ αμάξι κάποιος Μάνθος.
Γίνηκε διαδήλωση τότε για τα τροχαία
έπεσε η κυβέρνηση μα βγήκε άλλη νέα
και έβγαλε διάταγμα (σκληρή διαταγή)
όλοι να υπακούσουνε σ΄ αυτή την προσταγή,
εδιετάχθη το λοιπόν εάν κανείς τολμήσει
άλλον σοφό ωσάν εμέ να πάει να πατήσει
από το κράτος στην στιγμή μία ποινή θα έχει:
του δίνουν πέντε πεθερές ολημερίς να τρέχει).
νάχει παιχνίδια πλαστικά η πιτσιρικαρία
και στην πλατεία νάρχεται και η κουτσή Μαρία,
κάθε σαββατοκύριακο τζάμπα κρασί να δίνεται
όλοι να διασκεδάζουνε και της τρελής να γίνεται
Κι όταν η μέρα πούφυγα θάρχεται η αποφράδα
όλοι να τρώνε πιπεριά καυτή και φασολάδα.
Απ΄ το πολύ αέρισμα το νέφος ν΄ αυγαταίνει
το πλήθος δε να πέρδεται και να μην το χορταίνει.
Τουρίστες απειράριθμοι με όρεξη να μένουν
να προσκυνούν το μνήμα μου, μέσα να μπαινοβγαίνουν
και εις το βάθρο το ψηλό που θάχει τ΄ άγαλμά μου
να έχει ένα τετράστιχο κάτω απ΄ τ΄ όνομά μου:
Της Κρήτης είναι ο ποιητής
ολίγον τι ξεκούτης
κι αν και γεννήθηκε σωστός
εχάζεψε εν τούτοις.

Επτανησιακή λιτότητα

Σήμερα πήγα και παρακολούθησα μία εκδήλωση όπου μερικές χορωδίες τραγούδησαν καντάδες και τραγούδια της παλιάς Αθήνας. Όχι, αν ήθελα ας μην πήγαινα αφού στην χορωδία συμμετείχε και η γυναίκα μου!
Και φυσικά από το ρεπερτόριο δεν έλειπε η πασίγνωστη καντάδα «Εις τον αφρό της θάλασσας».
Οπότε σκέφτηκα ότι αφού είναι απόκριες δεν βλάφτει να αλλάξω λίγο στους στίχους και να τους κάνω πιο επίκαιρους:

Εις τον αφρό, εις τον αφρό της θάλασσας
το ΔΟΥ-ΝΟΥ-ΤΟΥ, το ΔΟΥ-ΝΟΥ-ΤΟΥ κοιμάται
παρακαλώ σας κύματα
στον πάτο να το πάτε.

Γιαλό-γιαλοοοοό πηγαίναμεεεεέ
το χάλι μααααάς το κλαίγαμεεεεέ
γιαλό να πααααάς γιαλό ναρθειειειειείς
πήγαινε Μεεεεεέρκελ να πνιγειειειειείς

ναταν η θα, νάταν η θάλασσα ευρώ
και τα βουνά, και τα βουνά δολάριά
τον Σόιμπλε θα γράφαμε
στα δυό μας τα π@πάρια

Γιαλό-γιαλοοοοοό πηγαίναμεεεεεέ
την ψήφο μαααααάς την κλαίγαμεεεεεέ
σε εκλογεεεεεές αν ξαναπααααάς
μικρό καλαααααάθι να κραταααααάς

τον Τσίπρα τον, τον Τσίπρα τον ψηφίσαμέ
να κάνει τον, να κάνει τον καμπόσό
κι εκείνος το μνημόνιο
τόκανε άλλό τόσο

Είναι η τσεεεέπη αδειανηηηηή
χωρίς δεκκκκκκάρα τσακιστηηηηή
οι φόροι όλοοοοό πληθαίνουνεεεεεέ
ποτέ δεν λιιιιιίγοστεύουννννννέ
Άντε και του χρόνου να βγάλουμε τον Κυριάκο για να αποκτήσουμε ακόμα μακρύτερο μνημόνιο!