Ἀρχεῖα ἐτικέττας: νους

Γνωμικά

Κάθε λεπτό που θυμώνεις χάνεις εξήντα δευτερόλεπτα ευτυχίας.

Ο θυμός σε βάζει σε μία κολάσια εσωτερική κατάσταση. Πολλές φορές σε ΑΝΑΓΚΑΖΕΙ να πεις ή να κάνεις πράγματα για τα οποία μετά από λίγο μετανοείς πικρά, συνήθως χωρίς να μπορείς να διορθώσεις το σφάλμα σου.
Θα συμπληρώσω ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για τον θυμό.
Για αυτό πάρτε ένα κομμάτι χαρτί και σημειώστε πόσα λεπτά κάθε ημέρα περνάτε μέσα σε θυμό…
Και πόσα λεπτά περνάτε μέσα σε ζήλια…
Και πόσα λεπτά περνάτε μέσα σε απληστία..
Και πόσα λεπτά περνάτε μέσα σε ματαιοδοξία…
Και πόσα λεπτά περνάτε μέσα σε απελπισία…
Και πόσα λεπτά περνάτε μέσα σε φόβο…
Και πόσα λεπτά περνάτε μέσα σε μίσος…
Κλπ…
Κλπ…
Κλπ…
Κάντε την πρόσθεση και θα δείτε πόσες ώρες δυστυχίας κάθε ημέρα περνάτε κυριολεκτικά με την θέλησή σας μέσα στην κόλαση.

Θεωρίες συνομωσίας (Έλεγχος του νου)

Ο έλεγχος του νου και μάλιστα από απόσταση είναι ένα αποδεδειγμένο γεγονός εδώ και πολλές δεκαετίες. Τα πρώτα πειράματα έγιναν από τον Delgado σε ταύρους, πιθήκους και γάτες.
1 2 3 4
Ο εγκέφαλος δεν είναι παρά ένας υπολογιστής. Λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα και κάθε παρεμβολή στα κυκλώματά του μπορεί να παράγει ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ. Οι παρεμβολές μπορούν να γίνουν είτε άμεσα με εμφυτεύματα, είτε με βομβαρδισμό μικροκυμάτων ή μαγνητικών πεδίων, είτε τελευταία με λέιζερ.
Ο Delgado ήταν δόκτωρ ιατρικής στο πανεπιστήμιο του Γιέιλ και συνεργάστηκε με τον αμερικανικό στρατό σε πολλά πειράματα,. To 1965 οι New York Times δημοσίευσαν ένα άρθρο, για το περίφημο πείραμα του ταύρου, με τίτλο «Ματαντόρ με ράδιο σταματάει καλωδιωμένο ταύρο». Ένα μικρό βιντεάκι του 1985, από το CNN (Special Report on Electromagnetic Mind Control) ακολουθεί στο τέλος της ανάρτησης για του λόγου το αληθές.
Φυσικά, το Γιέιλ δεν είναι και κανένα από τα σοβαρά πανεπιστήμια (σαν τα ελληνικά ας πούμε). Ούτε και οι New York Times είναι καμία σοβαρή εφημερίδα (σαν τις ελληνικές ας πούμε), ούτε και το CNN κανένα σοβαρό κανάλι (σαν τα ελληνικά ας πούμε). Και ο Delgado δεν έχει εμφανιστεί ούτε σε ένα ελληνικό τηλεπαιχνίδι, ούτε καν σε εκπομπή μαγειρικής, και αμφιβάλλω αν θα τον έβαζαν καν να διαγωνιστεί σε ένα από τα τρομερά τηλεσόου που ανακαλύπτουν «καλλιτέχνες». Και αφού επιπλέον καμία ποδοσφαιρική εκπομπή δεν έχει ασχοληθεί μαζί του, είναι προφανές ότι τζάμπα τρώτε τον χρόνο σας διαβάζοντας για τον Delgado.
Αλλά θα προσπαθήσω να σας πείσω σχετικά με δύο στοιχεία:
1) Πριν μερικά χρόνια, ζωντανά στο στούντιο, ο δημοσιογράφος Γιώργος Παπαδάκης, έγινε το αντικείμενο σχετικού πειράματος. Του στερέωσαν στο κεφάλι έναν ηλεκτρομαγνήτη και τον ενεργοποίησαν ενώ αυτός μιλούσε. Ξαφνικά άρχισε να «ρετάρει» χάνοντας τα λόγια του για τα δύο τρία δευτερόλεπτα που λειτούργησε ο μαγνήτης.
2) Κυκλοφόρησε πριν μερικές ημέρες στο διαδίκτυο. ΠΑΛΙ από το Γιέιλ, ο Ivan de Araujo χρησιμοποίησε λέιζερ για να ερεθίσει την «αμυγδαλή» στον εγκέφαλο ποντικών. Ούτε λίγο ούτε πολύ «αναβόσβηνε» την επιθετικότητα των ποντικιών μετατρέποντάς τα από ήμερα πλάσματα σε άγριους δολοφόνους. Δεν έχετε παρά να βάλετε στο ψαχτήρι «Laser mice transformed» και θα βρείτε έναν σκασμό αναρτήσεις σχετικά.

Τώρα βέβαια θα μου πείτε: «Είναι δυνατόν να γίνονται αυτά τα πράγματα»;
ΕΛΑ ΜΟΥ ΝΤΕ!

Το στριφνό βιβλίο (ΤΟ ΤΕΛΟΣ)

1 Ήτο δέ ἑσπέρα, περί λύχνων ἀφᾶς, τήν δευτέραν ἑβδομάδαν τοῦ δευτέρου μηνός, μεσοῦντος χειμῶνος, ἐν ἔτει β΄ καί β ἀπό ἐλεύσεως Λάμποντος.
2 Και ἠκούσθη φωνή μεγάλη λέγουσα: Στήθι, ἐπί τούς πόδας σου, ὁρῶν ἀπό τῆς ὀφρύος τοῦ ὅρους.
3 Εστωκός τέ ἐπί τόν κρημνόν εἶδον, καί ἰδού θαυμάσια καί τεράστια καί σημεῖα. Γόος ἐξήρχετο ἐκ δυσμῶν καί ρόχθος καί πάταγος γῆς τρεμούσης.
4 Και ἐνεφανίσθη θηρίον σιδηροῦν, ἐνδεδυμένον πανοπλίαν θανάτου. Φλόγαι πυρός ἐπί τοῦ στόματος αὐτοῦ καί ἡ ἀπόπνοια αὐτοῦ καύσιμος.
5 Έπτυεν κεραυνούς ἐπί τούς ἐχθρούς αὐτοῦ καί συνέτριβεν αὐτούς ἐν πυγμῇ σιδηρᾶ. Καί οὐδείς ἠδύνατο ἀντιστῆναι τήν ὁρμήν αὐτοῦ.
6 Και ἅπαντες οἱ ἀνθιστάμενοι αὐτῶ ἀπέθνησκον καταπατώμενοι ὑπό τοῦ θηρίου. Ἱστάμην δέ ἔκθαμβος καί ἀγωνιῶν διά τήν ὄψιν καί τήν μοχθηρίαν αὐτοῦ.
7 Είτα, κάλεσμα ἠκούσθη ἀπό τοῦ οὐρανοῦ καί βροντή καί θόρυβος πολύς ὡς καταρράκτης ὑδάτων πολλῶν. Στρέφων δέ τήν κεφαλήν, θεωρῶν ἐπί τό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ, εἶδον καί ἰδού:
8 Δράκων πτερωτός, μέλας τήν ὄψιν, ἴπτατο ὑπέρ τό θηρίον. Πτέρυγαι ὀλέθρου ἐστήριζον αὐτόν, ὠά δέ θλίψεως καί ὀρυμαγδοῦ ἐγεννῶντο ἀπό τῆς κοιλίας αὐτοῦ πίπτοντα ἐπί τούς ἐχθρούς αὐτοῦ.
9 Όπου δέ συνεθλίβοντο τά ὠά τοῦ δράκοντος, ἐγενόντο φλόγαι καί κρότος πολύς καί ὀδυρμός θανάτου ἐπί πάντων τῶν ἐπί τῆς γῆς.
10 Και ὧν ἐν συγχίσει καί τρόμω καί φόβω εἶδον ἕτερον τέρας προβάλλον ἐπί τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης. Λέπια σιδηρᾶ ἐπί τήν δοράν αὐτοῦ καί στόματα πυρός κύκλω. Ἐπί δέ τήν κεφαλήν αὐτοῦ ὀφθαλμός μέγας, ἀκοίμητος, ἐρευνῶν νύκτα καί ἡμέρα κυκλῶθεν διά τούς ἐχθρούς αὐτοῦ. Οὐδείς δέ ἠδύνατο λάθρα προσεγγίσαι αὐτῶ.
11 Και ἐστάθησαν τό τέρας καί τό θηρίον καί ὁ δράκων. Καί ἐμόλυναν πάσαν τήν γῆν διά τῆς πνοῆς αὐτῶν. Καί ἀπέθνησκον οἱ ἄνθρωποι καί τά ζῶα τά ἐπί τῆς γῆς καί τά πτηνά τά ἐν τῷ οὐρανῷ καί οἱ ἰχθεῖς οἱ ἐν τήν θαλάσση.
12 Και ἴσχυεν ὁ τρόμος ἐπί τήν γῆν ἡμέρας πολλᾶς. Ἅμα δέ τήν παρόδω τοῦ ὁρισθέντος χρόνου ἐκινήθησαν τά τέρατα. Καί ἐποίησαν πόλεμον τό θηρίον τό ἐπί τῆς γῆς καί τό θηρίον τό ἐπί τῆς θαλάσσης καί τό θηρίον τό ἐπί τοῦ ἀέρος.
13 Φλόγα πυρός κατέτρωγεν τήν γῆν καί σύντριμμα ἦτο ἐπί πᾶν τό πρόσωπον αὐτῆς. Τά ξύλα αὐτῆς κατεκαίοντο ὡς ὁ χόρτος τοῦ ἀγροῦ εἰς τόν κλίβανον, τά δέ ὄρη τρέμοντα συνετρίβοντο εἰς σκύρον.
14 Και ἀνηλοῦντο οἱ στρατιῶται τῶν θηρίων εἰς δεκάδας καί ἑκατοντάδας καί χιλιάδας. Καί ἔπιπτον ἀπό τῆς φλογός τοῦ στόματος τῶν θηρίων ἔγκυοι μετά τῶν ἐμβρύων αὐτῶν καί παῖδες καί γυναί καί ἄνδρες καί γέροντες προβεβηκότες τήν ἡλικίαν. Καί δέν ὑπῆρχεν ὁ ὑπερασπίζων.
15 Ουδείς δέ ἠδύνατο λάθρα βιῶσαι ἀπό τοῦ ὀφθαλμοῦ τῶν θηρίων καί τῶν στρατιωτῶν τῶν μετ’ αὐτῶν. Καί διήρπαζον οἱ στρατιῶται τᾶς πόλεις καί τά χωρία καί τᾶς οἰκίας ἐν τήν πυρρεία αὐτῶν νίκη.
16 Ήτο δέ πάσα ἡ γῆ ἔρημος καί πεφρυγμένη καί χαίνουσα καί ὀδυρμός καί τρόμος ἐπλανάτο ἀνά τήν οἰκουμένην. Ἐκασταχού δέ σοροί σκωληκόβρωτοι καί σεσηπότες εἰς τροφήν ζώων πτωματοφάγων.
17 Εγώ δέ γονυκλινής, φρικιῶν καί δειλιάζων, τύπτων τήν κεφαλήν, ἔκλαυσα πικρῶς διά τήν σκληρότητα τῶν θηρίων.
18 Και ἐξῆλθε σιγή ἀπό τοῦ στερεώματος καί ἠνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου καί ἀντελήφθην ἐν σιωπῇ τό αἴτιον τῶν θηρίων. Ὅτι ἐμίσησαν ἀλλήλους αἵ φυλαί τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπληθύνθησαν ἐν τήν κακία αὐτῶν καί ἐν τήν ἀπληστία αὐτῶν καί ἐν τήν μοχθηρία αὐτῶν καί ἐξηράνθη ἡ καρδία αὐτῶν.
19 Και οὐκ ἠδύναντο ἀγαπῆσαι ἕκαστος τόν πλησίον αὐτοῦ εἰμή μόνον τό σαρκίον αὐτοῦ. Καί ἐποίησαν πόλεμον εἰς λεηλασίαν. Καί ἐλαφυραγώγησαν καί ἐγκλημάτησαν ἐπί τῆς ψυχῆς αὐτῶν. Καί ἡ σκληρότης αὐτῶν ἀνέβη ἕως οὐρανοῦ.
20 Και ἐπληθύνθη ἡ ἀνομία ἐπί τήν γῆν καί συνέλαβεν ἡ ἄβυσσος καί ἔτεκε, ἐν ὀδύνῃ θανάτου, τά τέκνα αὐτῆς εἰς ἀνάθεμα διά τήν ἀνθρωπότητα. Διά νά καταπῖουν αὐτήν εἰς ἐκδίκησην διά τήν κακίαν αὐτῆς.
21 Διότι ὁ ἀπολλύων ἐνσκήπτει εἰς ἄποινα* αἵματος ἀθώου. Τό δέ ὄνομα αὐτοῦ Ἐρυθρός, ὁ θέσφατος, μέγας καί ἰσχυρός καί πλάνης καί ἡ ἴρις αὐτοῦ ἄλικος. Ἀμφότερον τ’ ἀγαθός κρατερός τ’ αἰχμητής.
22 Και ποιήσει πόλεμον ἐναντίον τῶν δυνατῶν, τῶν σκυλευσάντων τήν οἰκουμένην. Καί ἄνδρες δικαιοσύνης, ἰσχυροί ἐν ρομφαίᾳ, ἱστάμενοι ἐνώπιον τοῦ ὀλέθρου αὐτῶν, κυβερνῶντες τήν ἑαυτῶν ψυχήν ἐν πυγμῇ τέ καί ράβδω σιδηρᾶ, θέλουσιν ἐλθεῖ εἰς ἀρωγήν αὐτοῦ.
23 Ίνα δικαιώσει τούς ταπεινούς της γῆς. Καί θέλει συντρίψει τούς ἐν οἰήσει εὐρισκομένους καί οἱ ἐχθροί αὐτοῦ ὅμοιοι σκύβαλα ἐν θυέλλῃ.
24 Και θέλει ποιήσει εἰρήνην ἐπί τῆς γῆς εἰς χιλιάδας γενεῶν.
Καί θέλει ἱδρύσει ζωήν καινήν ἐπί τοῦ προσώπου τῆς γῆς ἐξηγνισμένης μέσω τοῦ θανάτου τῶν ἐθνῶν.
*Λύτρα

Το στριφνό βιβλίο (Η ΑΠΟΘΗΚΗ)

Στεκόμουνα μέσα στην αποθήκη.
Πάνω σε σειρές κρεβάτια ήταν στοιβαγμένα ανθρώπινα υπολείμματα. Νοσοκόμες πηγαινοέρχονταν κάνοντας διάφορες δουλειές.
Ήταν σχετικά καθαρά εκεί μέσα. Δεν μύριζε όπως σε άλλες αποθήκες που είχα πάει, αλλά κανείς δεν μπορούσε να βγάλει από τον αέρα την φρικτή μυρωδιά του θανάτου. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, φορτισμένη με σιωπηλές κραυγές πόνου. Απελπισία και οδύνη κρεμόντουσαν σε σταλαγματιές από το ταβάνι και συμπυκνωμένες έπεφταν στο πάτωμα τσιτσιρίζοντας, με υπόκωφο τρίξιμο, πιτσιλώντας τις ψυχές που είχαν φυλακιστεί εκεί.
Σκεφτόμουν ότι τελικά πράγματι ζούμε στην εποχή της Παγκόσμιας Τιμωρίας. Δεν εξηγείται διαφορετικά γιατί συντηρούμε άχρηστα ζόμπι την στιγμή που μωρά πεθαίνουν επειδή δεν υπάρχει λίγο φαγητό ή ένα απλό αντιβιοτικό.
Φυλακισμένοι στο μεταίχμιο των δύο κόσμων. Ζωντανοί πεθαμένοι, χωρίς να μπορούν να ζήσουν, χωρίς να τους αφήνουν να πεθάνουν. Ήταν μια τύχη που δεν την ήθελα ούτε για τον χειρότερο εχθρό μου. Πολύ περισσότερο για μένα. Αν και αυτό δεν είναι στο χέρι μου. Αν και αυτό το κανονίζει ο Ένας…
Ανάσανα βαθιά τον δροσερό φρέσκο αέρα που έμπαινε ορμητικός από τα παράθυρα, μαζί με χαρούμενα τιτιβίσματα, κουβαλώντας μυρωδιές πρόωρης άνοιξης. Ένας σκύλος ακουγόταν στο βάθος να γαυγίζει.
-Έρχεται! ανακοίνωσε μία περίεργα σιγανή αλλά ταυτόχρονα βροντώδης φωνή.
Ακούστηκε βαθιά, σπηλαιώδης και καμπανιστή σαν μέσα από τούνελ. Έκαιγε. Χτύπησε τους τοίχους και ανακλάστηκε σχηματίζοντας παγωμένα κύματα χρωμάτων, ιριδίζοντα, όπως αυτά που βλέπουμε πάνω στο νερό όταν βρωμίσει από τα λάδια που πετάμε στην θάλασσα.
Η ίριδα άπλωσε και γύρισε και ξανα-άπλωσε και ξαναγύρισε και πλημμύρισε τον χώρο. Έφτασε μέχρι το βάθος του διαδρόμου και απειλητική ανακλάστηκε στον απέναντι τοίχο σπώντας σε δεκάδες απειλητικά κύματα.
Χώθηκε στα αυτιά μου προκαλώντας μου σκοτοδίνη. Μπήκε στα ρουθούνια μου μαζί με την αναπνοή. Διαπότισε το δέρμα μου και με χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι.
Μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη και το σώμα μου ρίγησε από το κρύο που εξέπεμπε εκείνη η καυτερή φωνή. Σήκωσα τα μάτια.
Καλόγεροι με το κεφάλι σκεπασμένο στέκονταν έξω. Το μαύρο ρούχο που φορούσαν κάλυπτε τα πάντα και δημιουργούσε τόσο μαύρη σκιά που το πρόσωπό τους χανόταν και γινόταν αόρατο. Παρόλα αυτά φαίνονταν να φέγγουν περισσότερο από τον μεσημεριανό ήλιο. Το μάτι δεν μπορούσε να σταθεί για πολύ ώρα πάνω τους και έφευγε θαμπωμένο από την τόση μαυρίλα.
Όλοι στο αριστερό χέρι κρατούσαν ένα περίεργο ατσάλινο δρέπανο, με κοντή και ισχυρή λαβή, φτιαγμένη από ελιά. Το άγριο ξύλο είχε γυαλίσει από τον χρόνο και την χρήση, αναδεικνύοντας τους κόμπους του. Έμοιαζε άθραυστο.
Ξαφνικά τα πάντα τρεμούλιασαν. Ο σκύλος, τα δέντρα, τα πουλιά, ακόμα και ο αέρας που φυσούσε τώρα πιο κρύος από πριν.
-Έρχεται!
Ξανάπε ο Κορυφαίος των καλογήρων, που στέκονταν γύρω σαν σε αρχαία τραγωδία, και οι μαύρες μορφές ριγώντας εξέπεμψαν και άλλο φως.
Μια απόκοσμη μακρινή βροντή ενός κεραυνού αναδύθηκε στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Παραξενεύτηκα. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και δεν υπήρχαν σύννεφα. Ο ήχος έκανε τα τζάμια να τρίξουν ελαφριά. Κοίταξα προς το βουνό από όπου ακούστηκε η βροντή.
Ξαφνιάστηκα.
Η πηγή του ήχου δεν ήταν κανένας κεραυνός. Η κορυφογραμμή φαινόταν καθάρια και απαλή κάτω από το μπλε σύθαμπο της ατμόσφαιρας.
Εκείνο που δημιουργούσε τον ήχο ήταν άλογα. Πρόσεξα και ξεκαθάρισα τον καλπασμό τους. Ερχόταν υπόκωφος, όπως η φωνή του καλόγερου, και η απόσταση τον έκανε να ακούγεται σαν βροντή. Ακούγονταν να καλπάζουν άγρια, ξαμολυμένα σε πολεμική επίθεση. Χρεμετίσματα πνιχτά και αγριεμένα μάτια. Τα ρουθούνια τους ορθάνοιχτα ξεφύσαγαν και στο στόμα αφροί έδειχναν την έξαψή τους.
Τα ατσάλινα πέταλα χτυπούσαν την γη σηκώνοντας χώματα. Χαίτες και ουρές ανέμιζαν γύρω τους δημιουργώντας μια πανδαισία χρωμάτων. Άσπρο, μαύρο, καφετί και κόκκινο γυάλιζαν στο δέρμα τους που ήταν μουσκεμένο από πολεμικόν ιδρώτα και προσμονή μάχης.
Και στις δερμάτινες σέλες, μαυρισμένες από τον καιρό, σιδερόφρακτοι πολεμιστές ίππευαν.
Ο πιο τρομερός κάλπαζε μπροστά από όλους, άξιος αρχηγός αδυσώπητων πολεμιστών. Το άλογό του κατάμαυρο. Φρούμαζε και χρεμέτιζε ασυγκράτητο ορμώντας όπως είχε μάθει, από πάντα, να κάνει. Και όποτε πατούσε με τις οπλές του μια πέτρα, εκείνη λύγιζε και έσπαζε και σπίθες πετάγονταν από την τρομερή οπλή και μυρωδιά τσακμακόπετρας.
Ουλές από αρχαίες μάχες φαίνονταν στο στήθος και στον λαιμό του και εκείνο ορμητικό, ψάχνοντας την σύγκρουση και τις κλαγγές των σπαθιών, αναζητώντας να μυρίσει τον αέρα της μάχης, να αναπνεύσει τον φόβο που δημιουργούσε η όψη του, δάγκωνε με λύσσα το σιδερένιο χαλινάρι που το οδηγούσε στην κατηφοριά. Τα χαράκια του βουνού έτριζαν κάτω από τα πόδια του και πετούσαν κοφτερές σκλήθρες.
Ο καβαλάρης ήταν εξίσου φοβερός. Γυαλιστερά ελάσματα δεμένα με χοντρά δερμάτινα λουριά δημιουργούσαν την πανοπλία του τρομερού αυτού πολεμιστή. Είχαν το χρώμα του κάρβουνου και έδιναν μια φρικτή όψη. Τρεις χαίτες από αλογότριχα, στερεωμένες πάνω στο κράνος του, έκαναν την εμφάνισή του ακόμη πιο άγρια έτσι όπως ανέμιζαν στον καθαρό αέρα.
Στα χέρια φορούσε μακριά, σιδερένια αγκαθωτά γάντια. Φαινόταν να βγαίνει μέσα από τους πιο κρυφούς εφιάλτες του υποσυνείδητου. Ένα μακρύ σπαθί ήταν περασμένο στην ζώνη του.
Το κινητό προσωπείο της περικεφαλαίας ήταν κατεβασμένο. Αλλά από τις θυρίδες φαίνονταν τα μάτια του που σαν πυρακτωμένο μέταλλο σπινθήριζαν και φεγγοβολούσαν. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε τα γκέμια οδηγώντας το άλογό του στην κατηφόρα. Έμοιαζε με τον Άγγελο της Αποκάλυψης.
Η τρομακτική ορδή φαινόταν να αιωρείται και να καλπάζει σε αργή κίνηση. Όμως πλησίαζε πολύ γρήγορα και ο βρόντος του ποδοβολητού συνεχώς δυνάμωνε.
Ισχυρός και υπόκωφος σαν να έκανε το έδαφος να τρέμει. Έντονος και εκκωφαντικός σαν να με ηρεμούσε. Και άπλωνε ησυχία γύρω. Εκκωφαντική ησυχία. Έμοιαζε σαν να μην φύσαγε πια αέρας και αυτό έκανε την ησυχία ακόμα πυκνότερη. Ο σκύλος ακούστηκε να βγάζει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό λες και καλωσόριζε τους καβαλάρηδες. Έπειτα ξαφνικά σταμάτησε.
Η σκόνη, σύννεφο, σηκωνόταν από τον καλπασμό και σκέπαζε τους ιππείς. Όμως οι πανοπλίες ήταν τόσο λείες που τίποτε δεν μπορούσε να τις λερώσει. Γυάλιζαν λες και μόλις τις είχαν καθαρίσει με φωτιά στο καμίνι.
Ο μπροστάρης όρμησε από την καγκελόπορτα προς την ομάδα των καλόγερων που περίμεναν ακίνητοι, σαν τον Χρόνο, τον ερχομό του. Το άλογο ιδρωμένο από το άγριο κατέβασμα του βουνού, βαριανασαίνοντας και κοιτώντας άγρια, κάρφωσε τα πόδια του στα χαλίκια της αυλής σηκώνοντας ένα καινούριο σύννεφο σκόνης. Σταμάτησε τρία βήματα από τον Κορυφαίο που περίμενε σιωπηλός, περιστοιχισμένος από τους ατάραχους και μυστηριώδεις καλόγερους. Πίσω του οι υπόλοιποι ιππείς παρατάχθηκαν σε μεγαλοπρεπές ημικύκλιο.
Για λίγο ακούγονταν οι λαχανιασμένες ανάσες των αλόγων, που παρά τον κάματο της απίστευτης εφόρμησής τους χτυπούσαν ανυπόμονα τα πόδια τους, χρεμετίζοντας και αποζητώντας τον καλπασμό στους ανοιχτούς κάμπους. Ο ίλαρχος κατέβηκε από την σέλα του και πλησίασε τον αρχηγό.
Εκείνος πρότεινε με σεβασμό έναν τεράστιο αρχαίο τόμο. Επάνω φαινόταν ζωγραφισμένη μία ζυγαριά. Στον ένα δίσκο υπήρχε μία ματωμένη καρδιά και στον άλλον ένα λευκό φτερό. Το φτερό βάραινε τόσο ώστε σήκωνε την καρδιά ψηλά. Τα εξώφυλλά του ήταν φτιαγμένα με μαύρο χοντρό δέρμα. Παχιές κίτρινες -και φαγωμένες από τον καιρό σελίδες- φαινόντουσαν από το πλάι.
Έκανε έναν αδιόρατο χαιρετισμό και είπε επίσημα:
-«Έζησε ατυχηματικά. Γέρασε ατυχηματικά. Για έναν χρόνο και χρόνους και μισό δεν μπορούσε να ζήσει και δεν τον άφηναν να πεθάνει. Όλα γράφτηκαν στο Βιβλίο. Ο Νόμος εκπληρώθηκε. Έφτασε η ώρα του. Να αφεθεί Κύριε;»
Ο Τρικόρυμβος ακούμπησε ελαφρά το χοντρό Βιβλίο. Και μετά από μια στιγμή βαθιάς σιωπής γύρισε προς τους συντρόφους του παίρνοντας μία βουβή συγκατάθεση. Έπειτα απάντησε επίσημα:
-«Έζησε ατυχηματικά. Γέρασε ατυχηματικά. Για έναν χρόνο και χρόνους και μισό δεν μπορούσε να ζήσει και δεν τον άφηναν να πεθάνει. Όλα γράφτηκαν στο Βιβλίο. Ο Νόμος εκπληρώθηκε. Έφτασε η ώρα του. Ας αφεθεί Κύριε! Ας αφεθεί Κύριε! Ας αφεθεί Κύριε!»
Μια περίεργη γαλήνη πλημμύρισε τον αέρα με αυτά τα λόγια. Οι καλόγεροι ανάσαναν βαθιά την φοβερή διαταγή και σκόρπισαν. Κάποιος μπήκε στο κτίριο περνώντας από μπροστά μου διάφανος σαν οπτασία. Το δρεπάνι του γυάλιζε αδιάλλακτο στο μεσημεριανό φως.
Φωνές ακούστηκαν από τα δωμάτια και μία νοσοκόμα φάνηκε να πηγαίνει βιαστική σε ένα από αυτά. Μια γυναίκα άρχισε να κλαίει ενώ μια φωνή είπε:
-Θεός σχωρέστον.
Οι καβαλάρηδες γύρισαν τα άλογά τους και έφυγαν με την ίδια ορμή με την οποία ήρθαν.
Τα κλάματα είχαν δυναμώσει από το δωμάτιο.
Ο καλόγερος ξαναπέρασε διάφανος και ανάερος και βγήκε έξω. Δίπλα του μόλις διακρινόταν μία αχνή μορφή. Το φως του ήλιου τους εξαφάνισε και χάθηκαν. Και μέσα από την φασαρία και τους θρήνους άκουσα απ’ έξω κλάμα μικρού παιδιού. Κοίταξα και δεν είδα τίποτα. Και τώρα δεν είμαι σίγουρος αν ήταν κλάμα ή γέλιο. Ή και τα δύο.
Δεν είμαι σίγουρος.

Το στριφνό βιβλίο (ΟΙ ΣΙΩΠΗΛΟΙ)

Μεσημέρι.
Στο δάσος.
Καλοκαιριάτικος αέρας φύσαγε καυτός και ελαφρύς ανάμεσα στα φύλλα. Η ησυχία ήταν εκκωφαντική. Τζιτζίκια ξεσήκωναν το μέρος. Πουλιά και έντομα πετούσαν γύρω. Μακριά στο βουνό, μέσα στην μπλε θολούρα του ουρανού, ένα γεράκι πετούσε ανιχνεύοντας το θύμα του.
Καθισμένος στην σκιά παρακολουθούσα το λιγοστό νερό που έτρεχε από την βρύση στην ρίζα ενός πλάτανου. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Μια ευχάριστη μυρωδιά ξερού χόρτου υπήρχε στην ατμόσφαιρα.
Η σαύρα που από ώρα λιαζόταν πάνω σε μία πέτρα, ξεθαρρεμένη από την πολύωρη ακινησία μου, έτρεξε ξαφνικά να καλυφθεί κάτω από ένα ξερόκλαδο. Ταυτόχρονα, σπασίματα κλαδιών ακούστηκαν.
Κάποια σκιά ξεπρόβαλε από τους θάμνους. Ο κυνηγημένος άνθρωπος σύρθηκε γονατιστός στον ξέφωτο και μετά έπεσε μπρούμυτα, κάτω από τον καυτερό ήλιο, αδιαφορώντας για τα αγκάθια και τις πέτρες που υπήρχαν.
Πνιχτός λυγμός.
Συσπασμένα χέρια.
Ένα μπερδεμένο μουρμουρητό ακούστηκε από τον άνθρωπο που έκλαιγε. Ο βόγκος δυνάμωσε. Τέντωσα τα αυτιά μου γεμάτος περιέργεια. Ο λυγμός επαναλαμβανόταν όλο και πιο δυνατά. Ξεκαθάρισε:
-Συγνώμη Μικρέ Πατέρα. Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα.
Ο λυγμός του έγινε κραυγή και αντιλάλησε στις βουνοκορφές.
Και εκείνες τον γύρισαν πίσω και τα φύλλα γύρω σαν να έτριξαν από την οδύνη.
Και ανατριχίλα διαπέρασε το δάσος.
Και όλα σώπασαν για μια στιγμή.
Και ο άνθρωπος με κοίταξε και είδε τον πόνο του στα μάτια μου. Κατέβασε το κεφάλι και χωρίς να τολμήσει να το ξανασηκώσει είπε:
-Εγώ φταίω για όλα.
Ήμουν απίστευτα τυχερός και απίστευτα ηλίθιος.
Βρήκα Εκείνο που δεν βρίσκεται και έχασα Εκείνο που δεν χάνεται.
Για την ακρίβεια Εκείνο με βρήκε.
Μου έμαθε για τον Μικρό που είναι η αντιπροσωπεία του Μεγάλου.
Μου άνοιξε τις πόρτες του Αδιανόητου.
Και είδα ότι όλα περνούν:
Περνούν τα χρόνια.
Περνούν οι άνθρωποι.
Περνούν οι φυλές.
Περνούν τα βουνά και η γη.
Περνάνε οι ήλιοι και τα σύμπαντα.
Περνά ο ίδιος ο χρόνος.
Αλλά Εκείνος μένει.
Τον ονόμασαν Αδιανόητο.
Τον είπαν Αδιευκρίνιστο.
Τον αποκάλεσαν Ανέκφραστο.
Και εγώ τον γνώρισα σαν Μεγάλο Πατέρα.
Έμαθα Εκείνο που δεν μαθαίνεται.
Αλλά ήμουν τεμπέλης.
Και ο χρόνος μου πέρασε ανώφελα.
Δεν είχα να πω τίποτε για τον Απροσδιόριστο εκτός από εκείνα που μου έμαθαν.
Ήξερα λίγα.
Χρειαζόντουσαν πολλά.
Και ο χρόνος μου τελείωσε.
Τότε ο Σκληρός «που θερίζει όπου δεν έσπειρε και μαζεύει όπου δεν σκόρπισε» ζήτησε την αμοιβή του.
Και έστειλε τους Σιωπηλούς.
Συνέβη όταν έφυγε ο Μικρός Πατέρας.
(Που αυτή είναι η δουλειά του: Ένας ηθοποιός ο οποίος μιμείται αυτό που δεν είναι.)
Γιατί τότε καταλαβαίνεις πόσο μικρός είσαι. Και καταλαβαίνεις Εκείνο που δεν εξηγείται.
Από τότε, κάθε τόσο, έρχονται οι Σιωπηλοί.
Φοβεροί, κρύβονται μέσα στο σκοτάδι της μέρας.
Τρομεροί φέγγουν στο φως της νύχτας.
Φριχτοί, ξεκουφαίνουν με την σιγαλιά τους.
Καβαλούν ανήμερα άλογα.
Ανεβοκατεβαίνουν τον Κόσμο.
Ίδιοι Άγγελοι του Θανάτου.
Και απαιτούν Εκείνο που δεν μπορεί να πληρωθεί.
Μετατρεπόμενοι σε φρικτά τέρατα.
Φοβερές Ερινύες.
Με νύχια γαμψά και σουβλερά δόντια.
Ρωτούν Εκείνο που δεν απαντιέται.
Απαιτώντας τον μισθό τους.
Και εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τρέχω για να ξεφύγω.
Εκλιπαρώντας έλεος από τον Μεγάλο Πατέρα.
Και κανείς δεν υπάρχει για να με ακούσει.
Διότι ο Μικρός μου έδωσε το σώμα μου.
Ο Μεγάλος την ψυχή μου.
Και οι Σιωπηλοί την ευκαιρία.
Και ρωτούν:
-Τι έμαθες από Εκείνο που δεν μαθαίνεται;
-Τι έπλασες από το Ανύπαρκτο;
-Τι κατάλαβες από το Ακατανόητο;
-Γιατί κάλεσες τον Απροσδιόριστο και μετά τον ξέχασες;
Τρομερά μάτια με κοιτούν.
Τρομερά χείλια μου χαμογελούν σιδερένια χαμόγελα.
Τρομερά νύχια με γραπώνουν απαιτώντας απάντηση. Νύχια κοφτερά αετού τεράστιου. Μπήγονται στην σάρκα ξεσκίζοντας δέρμα και τένοντες. Σκαλώνοντας στα κόκαλα. Παγιδεύοντας.
Και το μόνο που μου μένει είναι να φωνάξω ανώφελα:
«Συγνώμη Μικρέ Πατέρα, Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα».
Και τρέχοντας ξεφεύγω για λίγο. Όσο χρειάζεται για να ξεχάσω.
Μα μετά οι Σιωπηλοί ξανάρχονται.
(Και έτσι τουλάχιστον όλο και κάτι μαθαίνω. Ίσως.)
Ο άνθρωπος ανασηκώθηκε, κοίταξε γύρω και εξαφανίσθηκε στα βάτα. Από μακριά ακούστηκε ο θρήνος του πολλαπλασιασμένος από τον αντίλαλο του λόφου:
«Συγνώμη Μικρέ Πατέρα, Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα».
Και τότε κατάλαβα ότι εκείνος ο φυγάς έπαιξε για μένα τον ρόλο των Σιωπηλών.
Που με καταδιώκουν όταν έχω ξεχάσει.
Για να μου θυμίσουν το χρέος μου στον Σκληρό.
Τρομερά μάτια με κοίταξαν.
Τρομερά χείλια μου χαμογέλασαν σιδερένια χαμόγελα.
Τρομερά νύχια με γράπωσαν απαιτώντας απάντηση.
Και τρέμοντας από θλίψη φώναξα συντριμμένος:
«Συγνώμη Μικρέ Πατέρα, Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα».
Και η κραυγή μου πολλαπλασιάστηκε στο φαράγγι.
Ανώφελα.
Και οι Σιωπηλοί καμώθηκαν ότι με έχασαν.
Γέλασαν χαιρέκακα.
Ο απαίσιος ήχος πολλαπλασιάστηκε από το βουνό και βρόντησε μέσα στην ησυχία του μεσημεριού.
Και άρχισα να τρέχω για να ξεφύγω.
Ανώφελα.

Το στριφνό βιβλίο (ΕΣΕΙΣ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΑΤΕ ΑΥΤΟ;)

Βαριά με κατατρέχει εμμονή με το θέμα της παλικαροσύνης. Αυτό που λέμε ανδρισμός. Όχι του ανδρισμού που δείχνει ο ισχυρός στον αδύναμο. Αλλά το θάρρος, η υπερηφάνεια (η σωστή) και η επιμονή κάποιου ατόμου (είτε είναι άντρας είτε γυναίκα) στο δίκαιο. Το παλικάρι ή η παλικαρού (όπως θα λέγανε στην Κρήτη) κάνει κάποιες συγκεκριμένες δράσεις. Υπάρχει μια συγκεκριμένη ψυχολογική γεύση σε αυτό. Μια μυρωδιά που δεν περιγράφεται. Ένας κραδασμός που τραντάζει και δονεί μέχρι τα μύχια βάθη της συνείδησης (της όποιας έχουμε ακόμα).
Το να περιγράψεις αυτό το πράγμα είναι σχεδόν αδύνατο. Μοιάζει με την προσπάθεια να περιγράψεις τι αισθάνεσαι μπροστά σε ένα μεγαλειώδες ηλιοβασίλεμα σε κάποιον που δεν έχει δει ποτέ ούτε τον ήλιο. Μπορεί όμως να βρεθούν μερικές παραβολές. Κάποια πράγματα είναι καλά παραδείγματα της συγκεκριμένης έννοιας:
-Ο λαϊκός ποιητής λέει στον μάγκα: «Μη βαροχτυπάς τα ζάρια, όσοι είναι παλικάρια την ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές». Όσοι είναι παλικάρια θυσιάζονται εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις τους.
Εσείς θα το κάνατε αυτό;

-Το 1897 ο στόλος των τότε μεγάλων δυνάμεων άρχισε να βομβαρδίζει το φρούριο που κατείχαν οι Κρήτες. Είχαν σκοπό να πνίξουν την επανάσταση. Όταν μία οβίδα θρυμμάτισε τον ιστό της σημαίας ο Καγιαλεδάκης την πήρε και όρθιος στο τείχος την ύψωσε με κοντάρι το σώμα του. Τότε οι ναύαρχοι (προς τιμήν τους) διέταξαν άμεση παύση του βομβαρδισμού και σάλπαραν ενώ τα πληρώματα ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν. Στην Ευρώπη ξέσπασε «θύελλα» όταν μαθεύτηκε το γεγονός. Σήμερα βέβαια θα τον σκότωνε τσάκα τσάκα κάποιος επαγγελματίας σκοπευτής (που απλά θα έκανε την δουλειά του) και τα κανάλια θα σιωπούσαν, αλλά τέλος πάντων…
Εσείς θα το κάνατε αυτό;

-Η κόρη κεντάει σκουτιά και ο ερωτευμένος, γιος του βασιλιά, της τα ζητάει για όσα χρήματα αυτή θέλει. «Για να την θυμάται τις βραδιές που δεν κοιμάται». Και εκείνη υπερήφανη και ανυπότακτη δεν εντυπωσιάζεται από τα ασκέρια που τον συνοδεύουν ούτε από τα χρυσά του νομίσματα. Αντίθετα «αγοράζει» τον πρίγκιπα. Του τα δίνει τζάμπα «αν ορίσει πιο σιμά και την φιλήσει».
Εσείς θα το κάνατε αυτό;

-Αγγελιοφόροι βγαίνουν από το Αρκάδι. Σπάνε τον εχθρικό κλοιό και ζητούν βοήθεια. Οι υπόλοιποι Κρήτες όμως δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Και αυτοί έσπασαν πάλι τον κλοιό και φέρανε τα άσχημα μαντάτα στους αποκλεισμένους. Και την άλλη μέρα πέθαναν μαζί τους.
Εσείς θα το κάνατε αυτό;

-Το παλικάρι στο παλιό ριζίτικο ζητάει από την μάνα του να φιλοξενήσει τους συγγενείς και φίλους που θα έρθουν. Να τους βάλει να φάνε και να κοιμηθούνε για να ξεκουραστούν. Και μόνο την άλλη μέρα, την ώρα που θα φεύγουνε, ξεκούραστοι πια, να τους πει ότι ο γιος της σκοτώθηκε. Παλικάρι γιος και παλικάρι μάνα.
Εσείς θα το κάνατε αυτό;

-Και τέλος ο Διγενής (σε τραγούδι της τάβλας) ψυχορραγεί τρομερός και ακατάβλητος. Και ψάχνει τρόπο, σε αυτή την κατάσταση, να ανέβει στον ουρανό. Και «να δώσει σείσμα τ’ ουρανού». Να κουνήσει το σύμπαν.

Εσείς θα το κάνατε αυτό;

Το στριφνό βιβλίο (ΟΙ ΚΟΣΜΟΙ)

Ένα τρομερό «γγγρρρρρρ» συνοδευμένο με κάτι σαν ξερόβηχα ακούστηκε πίσω μου. Έντονη ζέστη με χτύπησε στον σβέρκο. Μια κοκκινωπή λάμψη έφεξε λίγο κάνοντας σκιές τριγύρω.
Έκπληκτος, έχοντας αφαιρεθεί κοιτώντας έναν ψωραλέο σκύλο, γύρισα να δω την πηγή αυτής της αναστάτωσης. Δεν πίστευα στα μάτια μου καθώς αντίκρισα έναν δράκο να εκπνέει φλόγες. Επιφυλακτικός για την διανοητική μου κατάσταση έριξα μια ματιά γύρω. Το περιβάλλον δεν είχε αλλάξει. Υπήρχαν τα ίδια σπίτια και δέντρα. Όμως το φως ήταν μουντό κόκκινο και δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι.
Ο δράκος, φολιδωτός, με μεγάλες τρίγωνες πλάκες να προστατεύουν την ράχη του, λοξοπάτησε το αριστερό του πόδι και γύρισε προς το μέρος μου. Οι γυαλιστερές και γαμψές άκρες των δαχτύλων του, ατσάλινα βελόνια, χώνονταν στο χώμα και χάραζαν τις πέτρες τρίζοντας απαίσια.
-Υπάρχουν τρεις κόσμοι, είπε κοιτώντας με. Ο Μέσα Κόσμος, ο Έξω Κόσμος και ο Πάνω Κόσμος. Περιδιαβαίνω στον Μέσα Κόσμο, προσπαθώντας να ισορροπήσω στον Έξω, για να μπορέσω κάποτε να επισκεφτώ τον Επάνω. Και πρέπει να δείχνω και τους τρεις σε όποιον βρίσκω μπροστά μου. Μην ανησυχείς λοιπόν. Δεν τρώγω συνηθισμένα πράγματα και εσύ δεν συμπεριλαμβάνεσαι στο καθημερινό διαιτολόγιό μου.
Τα μάτια του, ανθρώπινα στην ευφυΐα, ερπετού στην όψη και το χρώμα, αεικίνητα και φλογερά ερευνούσαν ασταμάτητα τα πάντα. Με μια αστραπιαία κίνηση άρπαξε μέσα από κάποιο θάμνο έναν μικρό (για αυτόν) Μινώταυρο που κρυβόταν ακίνητος. Εκείνος ούρλιαζε τρομοκρατημένος και τον χτύπαγε με μια πέτρα που κρατούσε στο χέρι του. Τα δυνατά σαγόνια έκλεισαν γύρω στο τριχωτό σώμα του συνθλίβοντάς τον.
Τα ανατριχιαστικά σπασίματα με πάγωσαν.
Αναγούλιασα από την μυρωδιά του αίματος καθώς τα κομμάτια του άψυχου σώματος σπέρνονταν γύρω.
Ο δράκος έφτυσε ένα σπασμένο δόντι και με ξανακοίταξε.
-Αυτός είναι ο Μέσα Κόσμος. Γεμάτος θηρία και τέρατα. Προκαλούν ανισορροπία στον Έξω Κόσμο. Φράζουν την πόρτα για τον Πάνω Κόσμο. Διαλύουν τον Μέσα. Προκαλούν άπειρο πόνο. Τρέφονται και μεγαλώνουν με πόνο. Και πολλαπλασιάζονται πνίγοντας τα πάντα σαν την αγριάδα στο χωράφι. Και εγώ τρέχω καθημερινά μασώντας και ξαναμασώντας τα απαίσια σώματα με την πικρή γεύση, μέχρι που να καθαρίσω τον Μέσα Κόσμο (μου).
Οι πληγές είναι ένα καθημερινό φαινόμενο. Η ξεκούραση άγνωστη. Δεν μπορώ να σταματήσω στιγμή. Δεν μπορώ να λυπηθώ τίποτα. Δεν μπορώ να συγχωρήσω κανέναν. Τα λάθη των άλλων είναι καταδικαστέα σαν να τα έχω κάνει εγώ. Γιατί αν δεν ήμουν εγώ τα λάθη τους δεν θα υπήρχαν.
Τώρα θα σου δείξω τον Έξω Κόσμο.
Μούγκρισε και ο ουρανός έγινε γαλανός και ο δράκος εξαφανίστηκε. Κόσμος κυκλοφορούσε γύρω. Κάποιος περαστικός κλώτσησε τον σκύλο που ούρλιαξε παραπονιάρικα. Τα πάντα έμοιαζαν φυσιολογικά εκτός από τον σκύλο που ήρθε μπροστά μου και μου μίλησε.
-Ο Έξω Κόσμος είναι εξίσου δύσκολος. Ούτε εδώ υπάρχει ξεκούραση. Τα όντα του Μέσα Κόσμου εκδηλώνονται και εδώ προκαλώντας με. Τα όρια των δύο κόσμων συγχέονται και ο κίνδυνος είναι διαρκής. Τα πάντα μπορούν να ανατραπούν σε μία στιγμή. Γι’ αυτό πρέπει να είμαι ταπεινός. Πρέπει να υποχωρώ και να υπομένω συνέχεια ακόμη και αν νοιώθω ότι αδικούμαι. Ο δρόμος για τον Πάνω Κόσμο είναι φτιαγμένος με πέτρες Υπομονής και με λάσπη Ταπείνωσης. Και φτιάχνεται τόσο δύσκολα…
Όμως καμιά φορά βλέπω από μια μικρή χαραμάδα τον Επάνω Κόσμο. Τότε παίρνω θάρρος και συνεχίζω το κυνήγι.
Ο σκύλος κούνησε την ουρά του. Το περιβάλλον εξαφανίστηκε μέσα σε μία έκρηξη γαλάζιου φωτός. Για μια στιγμή αισθάνθηκα τον ίλιγγο του ύψους καθώς το χώμα δεν στήριζε πια τα πόδια μου. Έπειτα εξαφανίστηκα και εγώ και δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο το γαλάζιο χάος. Η φωνή του δράκου ακούστηκε βαθιά και χωρίς αντίλαλο.
-Αυτός είναι ο Πάνω Κόσμος. Ο κόσμος της Ανυπαρξίας. Σε αυτή την κατάσταση δεν θέλεις τίποτε, δεν χρειάζεσαι τίποτε, δεν δεσμεύεσαι από τίποτε. Πανευτυχής, δεν υπάρχεις. Ακίνητος, διαπερνάς τα πάντα. Μοναδικός, είσαι όλα τα πράγματα. Και υπακούς στον Μοναδικό Νόμο.
Το γαλάζιο χάθηκε ενώ όλα φάνηκε να υλοποιούνται ξαφνικά.
Ένας περαστικός κυνήγησε τον σκύλο που άρχισε να τρέχει με την ουρά στα σκέλια.
Και τον λυπήθηκα πιο πολύ από τον σκύλο.

Είναι τόσο όμορφο…

… να συζητούν δύο άνθρωποι για θέματα που ενδιαφέρουν και τους δύο, γιατί ακούει ο ένας τον άλλον πολύ προσεκτικά.
Και αλλάζει άποψη όταν καταλαβαίνει ότι η άλλη άποψη είναι καλύτερη από την δική του ή γενικά προσθαφαιρεί ιδέες μέσα στο μυαλό του, λόγω της ζύμωσης που συμβαίνει στην διάρκεια της κουβέντας.
Σας παρουσιάζω το αποτέλεσμα μίας τέτοιας συνομιλίας με τον γιο μου, αφού την επεξεργάστηκα μέσα μου σήμερα το πρωί.

“Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω”
Πολλές φορές το έχουμε ακούσει, πει, ασπαστεί!!! Και το συμπέρασμα είναι πάντα: “Όταν θέλω, μπορώ” και φυσικά “Όταν δεν θέλω, δεν μπορώ”… Άρα η δύναμη ή η αδυναμία που έχουμε, είναι αποτέλεσμα της θέλησής μας…
Βέβαια υπάρχουν και ακραίες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα ένας παράλυτος που θέλει να περπατήσει, αλλά δεν μπορεί… Ακόμα όμως και σε αυτήν την κατάσταση, έχουν υπάρξει άτομα που με την θέλησή τους έχουν αντικαταστήσει τα πόδια με άλλα σημεία του σώματός τους… Είναι μεμονωμένες περιπτώσεις που μας έχουν αποδείξει ότι η δύναμη της θέλησής τους, ορμώμενη έξυπνα και κατευθυνόμενη σωστά, δημιουργεί!!!
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να γράψω την Θέ-ληση έτσι, γιατί πραγματικά η προέλευσή της είναι Θε-ϊκή. Από εκεί πηγάζει και εμείς την χειριζόμαστε… Και είναι και Θε-τική όταν εξυπηρετεί την Ψυχή μας (που είναι το Θε-ϊκό στοιχείο μέσα μας)!!!
Γιατί υπάρχουν και πολλές Θε-λήσεις αρνητικού χαρακτήρα και προέλευσης… Για παράδειγμα άλλο πράγμα είναι να Θέ-λω να προοδεύω και άλλο να Θέ-λω να προοδεύω σε βάρος άλλων… Άλλο να Θέ-λω να ξεκουράζομαι και άλλο να Θέ-λω να τεμπελιάζω, άλλο να Θέ-λω να είμαι οικονόμος και άλλο να Θέ-λω να είμαι φιλάργυρος κλπ…
Επιπλέον…
Μας παρεχωρήθη και η “Ελευθερία της βούλησης” (της Θέ-λησής μας)…
Που σημαίνει ότι το “Θέ-λω” και το “Δεν Θέ-λω”, εναπόκειται στην διακριτική μας ευχέρεια και το διαφοροποιεί μία λέξη… Η λέξη “Δεν”
Από την μία Θέ-λω και από την άλλη Δε-ν Θέ-λω…
Θε- και Δε-ν
Οδοντικά και τα δύο σύμφωνα Θ και Δ… Το πρώτο το Θ, σαν ένα φύσημα του αέρα, το άλλο το Δ, δαγκωτό… Δοκιμάστε να τα προφέρετε με την γλώσσα σας ανάμεσα στα δόντια σας…
Το Θ, είναι το πρώτο συστατικό της λέξης Θεός, το Δ, της λέξης Διάβολος…
Μην πανικοβάλλεστε… Απλά σκεφτείτε λίγο πιο βαθιά…
Γιατί Δ-ιάβολος είναι και η Δ-οκιμασία… Μήπως αυτός δεν είναι και ο σκοπός της ύπαρξής του στην ζωή μας;
Οπότε…
Είμαι ελεύθερη να Θέ-λω ο,τιδήποτε μπορώ να σκεφτώ ή να μην Θέ-λω ο,τιδήποτε μπορώ να σκεφτώ… Ναι ή όχι; Τι επιλέγω; Την Θέ-ση ή την αντί-Θεση;
Και όμως…
Υπήρξαν και ίσως και να υπάρχουν ακόμα και τώρα που επικοινωνούμε άνθρωποι, που επιλέγουν πάντα το “ναι”, ενώ απορρίπτουν το “όχι”… Με το παρακάτω σκεπτικό: Εάν το “ναι” μου, συμφωνεί με την Θέ-ληση της Πηγής, όλα θα πάνε ρολόι!!! Εάν δεν συμφωνεί, τότε θα διαγραφεί η δράση μου και δεν θα πραγματοποιηθεί, από άλλες αιτίες έξω από εμένα, ενδεχομένως από δράσεις άλλων ανθρώπων…
Και αυτό από μόνο του είναι ένα Θ-αύμα!!!
Ας είμαστε Θε-τικοί λοιπόν και ας κατευθύνουμε την Θέ-λησή μας σε σκοπούς ενάρετους, αποδεχόμενοι τα πάντα!!! Ταπεινά και ειρηνικά!!!

ΠΗΓΗ: ΗΡΩ

 

Το στριφνό βιβλίο (ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ)

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία:
Ήτανε λέει κάποτε στην Μικρά Ασία οι Ζεϊμπέκηδες.
Οι Zεϊμπέκηδες ήταν σκληροτράχηλοι, ανυπότακτοι και θαρραλέοι. Εξισλαμισμένοι Έλληνες.
Πιθανόν και από άλλες φυλές. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το θάρρος, η γενναιότητα, η παλικαριά, η ανδρεία και όλες αυτές οι ιδιότητες που κάνουν τους ανθρώπους να μοιάζουν και να μην τους χωρίζει η φυλή και το χρώμα τους.
Στα ζεϊμπέκικα χωριά λοιπόν, στα πανηγύρια, μαζευόντουσαν οι πολεμιστές και αγωνιζόντουσαν μεταξύ τους για να αποδείξουν την ανδρεία και την λεβεντιά τους. Έτσι σε έναν τέτοιο αγώνα πήρε μέρος και ένας γενναίος άνδρας, αρχηγός κάποιου χωριού.
Οι ζεϊμπέκηδες «πολεμούσαν» μεταξύ τους χορεύοντας και δείχνοντας την ευλυγισία και την ταχύτητά τους. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός και δύσκολα μπορούσε να επικρατήσει κάποιος.
Τότε ένας γέρος σοφός πλησίασε τον ήρωα της ιστορίας και του είπε:
-Έλα να σου πω ένα μυστικό. Με αυτό θα χορέψεις έναν χορό τόσο λεβέντικο που κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να χορέψει σαν και σένα όσο και αν προσπαθήσει.
Και ο πολεμιστής άκουσε και όταν ήρθε η σειρά του να χορέψει στάθηκε στην μέση της πλατείας. Έμεινε ακίνητος.
Άκουσε την μουσική. Την αισθάνθηκε βαθιά στην καρδιά του.
Ξέχασε τους διαγωνισμούς και τις προκλήσεις. Τα βήματα του χορού και τον ρυθμό. Η ψυχή του πέταξε ψηλά και τα πόδια του την ακολούθησαν. Πήδηξε και στριφογύρισε. Σταματούσε και ξεκίναγε χωρίς σκοπό και χωρίς ρυθμό. Ανεβοκατέβαινε ακράτητος παρασυρμένος από το μεράκι της καρδιάς του.
Και όταν τελείωσε όλοι, με μια φωνή, τον ανακήρυξαν αρχηγό μένοντας έκθαμβοι από τον χορό που χόρεψε.
Και πράγματι ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να μιμηθεί και να χορέψει εκείνον τον χορό.
Ούτε και αυτός ο ίδιος ακόμα.
Έτσι ξαναγεννήθηκε ο αρχαίος Ζεϊμπέκικος.

Το στριφνό βιβλίο (ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ)

Με μάτι κακόβουλο. Και φαρμακερό (σαν πάνθηρας). Αγριεμένο.
Σαν αρπακτικό που παραμονεύει για λεία.
Ρυθμοί, όπως σε ντοκιμαντέρ, αργοί. Καρέ, καρέ ο ιδιότροπος, κυλάει, χρόνος.
Αδρεναλίνη και σβέλτα αντανακλαστικά.
Αισθάνεσαι την γύρω χαρά. Την λύπη. Τον πόνο.
Ψυχοπλάκωμα.
Δεν ξέρεις αν αυτό που νοιώθεις είναι πραγματικό.
Μπα! λες: «της φαντασίας μου είναι».
Αλλά η στάση του άλλου δίνει μια περίεργη γεύση θλίψης.
Καταπιεστικής.
Και δεν μπορείς να κοροϊδεύεσαι άλλο. Αυτό είναι!
Ο πόνος!
Γίνεται δικός σου από μια περίεργη ιδιοτροπία της αντίληψης. Έστω και αν δεν ξέρεις την αιτία.
Νοιώθεις το ατελείωτο κύμα από μιζέριες και αγωνίες να εκπέμπεται από το ανθρώπινο κοπάδι.
Πόσοι στόχοι!
Ένας τρίχινος κόμπος πνίγει τον λαιμό και η ανάσα βγαίνει σφυριχτή.
Νύχια και τένοντες συσπώνται σε θανατερή έκταση.
Δόντια αποκαλύπτονται, μυτερά, σε φοβερό χαμόγελο.
Τα ρουθούνια ανιχνεύουν την μυρωδιά του θύματος.
Το ένστικτο σε κυριεύει και θες να επιτεθείς.
Με γοργόφτερο χέρι να κόψεις τον ομφάλιο λώρο που τροφοδοτεί με αγωνία τον καταπιεσμένο.
Όμως η εμπειρία μέσα στο χρόνο είναι αποκαρδιωτική.
Το θύμα θα αρνηθεί την αλήθεια σου.
Θα φοβηθεί την ελευθερία του.
Θα σφίξει και άλλο τα δεσμά του.
Και το χειρότερο θα ξεχάσει ότι προσπάθησες να τον ελευθερώσεις.
Και το χειρότερο θα διαστρέψει αυτά που του είπες σε φρικτό ψέμα.
Η μυρωδιά του ύπνου κάτω από τον πόνο στο φανερώνει αυτό.
Και το άγριο ζώο μέσα σου κουλουριάζεται… απελπισμένο… εγκαταλείποντας το κυνήγι.
Και ο τρίχινος κόμπος λύνεται σε ένα δάκρυ.
Και εσύ καμώνεσαι πως σκόνη, τάχατες, μπήκε στα μάτια σου.
Για να μην σε νομίσουν για τρελό που κλαίει αναίτια…