Ἀρχεῖα κατηγορίας: ΤΟ ΣΤΡΙΦΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το στριφνό βιβλίο (ΤΟ ΤΕΛΟΣ)

1 Ήτο δέ ἑσπέρα, περί λύχνων ἀφᾶς, τήν δευτέραν ἑβδομάδαν τοῦ δευτέρου μηνός, μεσοῦντος χειμῶνος, ἐν ἔτει β΄ καί β ἀπό ἐλεύσεως Λάμποντος.
2 Και ἠκούσθη φωνή μεγάλη λέγουσα: Στήθι, ἐπί τούς πόδας σου, ὁρῶν ἀπό τῆς ὀφρύος τοῦ ὅρους.
3 Εστωκός τέ ἐπί τόν κρημνόν εἶδον, καί ἰδού θαυμάσια καί τεράστια καί σημεῖα. Γόος ἐξήρχετο ἐκ δυσμῶν καί ρόχθος καί πάταγος γῆς τρεμούσης.
4 Και ἐνεφανίσθη θηρίον σιδηροῦν, ἐνδεδυμένον πανοπλίαν θανάτου. Φλόγαι πυρός ἐπί τοῦ στόματος αὐτοῦ καί ἡ ἀπόπνοια αὐτοῦ καύσιμος.
5 Έπτυεν κεραυνούς ἐπί τούς ἐχθρούς αὐτοῦ καί συνέτριβεν αὐτούς ἐν πυγμῇ σιδηρᾶ. Καί οὐδείς ἠδύνατο ἀντιστῆναι τήν ὁρμήν αὐτοῦ.
6 Και ἅπαντες οἱ ἀνθιστάμενοι αὐτῶ ἀπέθνησκον καταπατώμενοι ὑπό τοῦ θηρίου. Ἱστάμην δέ ἔκθαμβος καί ἀγωνιῶν διά τήν ὄψιν καί τήν μοχθηρίαν αὐτοῦ.
7 Είτα, κάλεσμα ἠκούσθη ἀπό τοῦ οὐρανοῦ καί βροντή καί θόρυβος πολύς ὡς καταρράκτης ὑδάτων πολλῶν. Στρέφων δέ τήν κεφαλήν, θεωρῶν ἐπί τό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ, εἶδον καί ἰδού:
8 Δράκων πτερωτός, μέλας τήν ὄψιν, ἴπτατο ὑπέρ τό θηρίον. Πτέρυγαι ὀλέθρου ἐστήριζον αὐτόν, ὠά δέ θλίψεως καί ὀρυμαγδοῦ ἐγεννῶντο ἀπό τῆς κοιλίας αὐτοῦ πίπτοντα ἐπί τούς ἐχθρούς αὐτοῦ.
9 Όπου δέ συνεθλίβοντο τά ὠά τοῦ δράκοντος, ἐγενόντο φλόγαι καί κρότος πολύς καί ὀδυρμός θανάτου ἐπί πάντων τῶν ἐπί τῆς γῆς.
10 Και ὧν ἐν συγχίσει καί τρόμω καί φόβω εἶδον ἕτερον τέρας προβάλλον ἐπί τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης. Λέπια σιδηρᾶ ἐπί τήν δοράν αὐτοῦ καί στόματα πυρός κύκλω. Ἐπί δέ τήν κεφαλήν αὐτοῦ ὀφθαλμός μέγας, ἀκοίμητος, ἐρευνῶν νύκτα καί ἡμέρα κυκλῶθεν διά τούς ἐχθρούς αὐτοῦ. Οὐδείς δέ ἠδύνατο λάθρα προσεγγίσαι αὐτῶ.
11 Και ἐστάθησαν τό τέρας καί τό θηρίον καί ὁ δράκων. Καί ἐμόλυναν πάσαν τήν γῆν διά τῆς πνοῆς αὐτῶν. Καί ἀπέθνησκον οἱ ἄνθρωποι καί τά ζῶα τά ἐπί τῆς γῆς καί τά πτηνά τά ἐν τῷ οὐρανῷ καί οἱ ἰχθεῖς οἱ ἐν τήν θαλάσση.
12 Και ἴσχυεν ὁ τρόμος ἐπί τήν γῆν ἡμέρας πολλᾶς. Ἅμα δέ τήν παρόδω τοῦ ὁρισθέντος χρόνου ἐκινήθησαν τά τέρατα. Καί ἐποίησαν πόλεμον τό θηρίον τό ἐπί τῆς γῆς καί τό θηρίον τό ἐπί τῆς θαλάσσης καί τό θηρίον τό ἐπί τοῦ ἀέρος.
13 Φλόγα πυρός κατέτρωγεν τήν γῆν καί σύντριμμα ἦτο ἐπί πᾶν τό πρόσωπον αὐτῆς. Τά ξύλα αὐτῆς κατεκαίοντο ὡς ὁ χόρτος τοῦ ἀγροῦ εἰς τόν κλίβανον, τά δέ ὄρη τρέμοντα συνετρίβοντο εἰς σκύρον.
14 Και ἀνηλοῦντο οἱ στρατιῶται τῶν θηρίων εἰς δεκάδας καί ἑκατοντάδας καί χιλιάδας. Καί ἔπιπτον ἀπό τῆς φλογός τοῦ στόματος τῶν θηρίων ἔγκυοι μετά τῶν ἐμβρύων αὐτῶν καί παῖδες καί γυναί καί ἄνδρες καί γέροντες προβεβηκότες τήν ἡλικίαν. Καί δέν ὑπῆρχεν ὁ ὑπερασπίζων.
15 Ουδείς δέ ἠδύνατο λάθρα βιῶσαι ἀπό τοῦ ὀφθαλμοῦ τῶν θηρίων καί τῶν στρατιωτῶν τῶν μετ’ αὐτῶν. Καί διήρπαζον οἱ στρατιῶται τᾶς πόλεις καί τά χωρία καί τᾶς οἰκίας ἐν τήν πυρρεία αὐτῶν νίκη.
16 Ήτο δέ πάσα ἡ γῆ ἔρημος καί πεφρυγμένη καί χαίνουσα καί ὀδυρμός καί τρόμος ἐπλανάτο ἀνά τήν οἰκουμένην. Ἐκασταχού δέ σοροί σκωληκόβρωτοι καί σεσηπότες εἰς τροφήν ζώων πτωματοφάγων.
17 Εγώ δέ γονυκλινής, φρικιῶν καί δειλιάζων, τύπτων τήν κεφαλήν, ἔκλαυσα πικρῶς διά τήν σκληρότητα τῶν θηρίων.
18 Και ἐξῆλθε σιγή ἀπό τοῦ στερεώματος καί ἠνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου καί ἀντελήφθην ἐν σιωπῇ τό αἴτιον τῶν θηρίων. Ὅτι ἐμίσησαν ἀλλήλους αἵ φυλαί τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπληθύνθησαν ἐν τήν κακία αὐτῶν καί ἐν τήν ἀπληστία αὐτῶν καί ἐν τήν μοχθηρία αὐτῶν καί ἐξηράνθη ἡ καρδία αὐτῶν.
19 Και οὐκ ἠδύναντο ἀγαπῆσαι ἕκαστος τόν πλησίον αὐτοῦ εἰμή μόνον τό σαρκίον αὐτοῦ. Καί ἐποίησαν πόλεμον εἰς λεηλασίαν. Καί ἐλαφυραγώγησαν καί ἐγκλημάτησαν ἐπί τῆς ψυχῆς αὐτῶν. Καί ἡ σκληρότης αὐτῶν ἀνέβη ἕως οὐρανοῦ.
20 Και ἐπληθύνθη ἡ ἀνομία ἐπί τήν γῆν καί συνέλαβεν ἡ ἄβυσσος καί ἔτεκε, ἐν ὀδύνῃ θανάτου, τά τέκνα αὐτῆς εἰς ἀνάθεμα διά τήν ἀνθρωπότητα. Διά νά καταπῖουν αὐτήν εἰς ἐκδίκησην διά τήν κακίαν αὐτῆς.
21 Διότι ὁ ἀπολλύων ἐνσκήπτει εἰς ἄποινα* αἵματος ἀθώου. Τό δέ ὄνομα αὐτοῦ Ἐρυθρός, ὁ θέσφατος, μέγας καί ἰσχυρός καί πλάνης καί ἡ ἴρις αὐτοῦ ἄλικος. Ἀμφότερον τ’ ἀγαθός κρατερός τ’ αἰχμητής.
22 Και ποιήσει πόλεμον ἐναντίον τῶν δυνατῶν, τῶν σκυλευσάντων τήν οἰκουμένην. Καί ἄνδρες δικαιοσύνης, ἰσχυροί ἐν ρομφαίᾳ, ἱστάμενοι ἐνώπιον τοῦ ὀλέθρου αὐτῶν, κυβερνῶντες τήν ἑαυτῶν ψυχήν ἐν πυγμῇ τέ καί ράβδω σιδηρᾶ, θέλουσιν ἐλθεῖ εἰς ἀρωγήν αὐτοῦ.
23 Ίνα δικαιώσει τούς ταπεινούς της γῆς. Καί θέλει συντρίψει τούς ἐν οἰήσει εὐρισκομένους καί οἱ ἐχθροί αὐτοῦ ὅμοιοι σκύβαλα ἐν θυέλλῃ.
24 Και θέλει ποιήσει εἰρήνην ἐπί τῆς γῆς εἰς χιλιάδας γενεῶν.
Καί θέλει ἱδρύσει ζωήν καινήν ἐπί τοῦ προσώπου τῆς γῆς ἐξηγνισμένης μέσω τοῦ θανάτου τῶν ἐθνῶν.
*Λύτρα

Το στριφνό βιβλίο (Η ΑΠΟΘΗΚΗ)

Στεκόμουνα μέσα στην αποθήκη.
Πάνω σε σειρές κρεβάτια ήταν στοιβαγμένα ανθρώπινα υπολείμματα. Νοσοκόμες πηγαινοέρχονταν κάνοντας διάφορες δουλειές.
Ήταν σχετικά καθαρά εκεί μέσα. Δεν μύριζε όπως σε άλλες αποθήκες που είχα πάει, αλλά κανείς δεν μπορούσε να βγάλει από τον αέρα την φρικτή μυρωδιά του θανάτου. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, φορτισμένη με σιωπηλές κραυγές πόνου. Απελπισία και οδύνη κρεμόντουσαν σε σταλαγματιές από το ταβάνι και συμπυκνωμένες έπεφταν στο πάτωμα τσιτσιρίζοντας, με υπόκωφο τρίξιμο, πιτσιλώντας τις ψυχές που είχαν φυλακιστεί εκεί.
Σκεφτόμουν ότι τελικά πράγματι ζούμε στην εποχή της Παγκόσμιας Τιμωρίας. Δεν εξηγείται διαφορετικά γιατί συντηρούμε άχρηστα ζόμπι την στιγμή που μωρά πεθαίνουν επειδή δεν υπάρχει λίγο φαγητό ή ένα απλό αντιβιοτικό.
Φυλακισμένοι στο μεταίχμιο των δύο κόσμων. Ζωντανοί πεθαμένοι, χωρίς να μπορούν να ζήσουν, χωρίς να τους αφήνουν να πεθάνουν. Ήταν μια τύχη που δεν την ήθελα ούτε για τον χειρότερο εχθρό μου. Πολύ περισσότερο για μένα. Αν και αυτό δεν είναι στο χέρι μου. Αν και αυτό το κανονίζει ο Ένας…
Ανάσανα βαθιά τον δροσερό φρέσκο αέρα που έμπαινε ορμητικός από τα παράθυρα, μαζί με χαρούμενα τιτιβίσματα, κουβαλώντας μυρωδιές πρόωρης άνοιξης. Ένας σκύλος ακουγόταν στο βάθος να γαυγίζει.
-Έρχεται! ανακοίνωσε μία περίεργα σιγανή αλλά ταυτόχρονα βροντώδης φωνή.
Ακούστηκε βαθιά, σπηλαιώδης και καμπανιστή σαν μέσα από τούνελ. Έκαιγε. Χτύπησε τους τοίχους και ανακλάστηκε σχηματίζοντας παγωμένα κύματα χρωμάτων, ιριδίζοντα, όπως αυτά που βλέπουμε πάνω στο νερό όταν βρωμίσει από τα λάδια που πετάμε στην θάλασσα.
Η ίριδα άπλωσε και γύρισε και ξανα-άπλωσε και ξαναγύρισε και πλημμύρισε τον χώρο. Έφτασε μέχρι το βάθος του διαδρόμου και απειλητική ανακλάστηκε στον απέναντι τοίχο σπώντας σε δεκάδες απειλητικά κύματα.
Χώθηκε στα αυτιά μου προκαλώντας μου σκοτοδίνη. Μπήκε στα ρουθούνια μου μαζί με την αναπνοή. Διαπότισε το δέρμα μου και με χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι.
Μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη και το σώμα μου ρίγησε από το κρύο που εξέπεμπε εκείνη η καυτερή φωνή. Σήκωσα τα μάτια.
Καλόγεροι με το κεφάλι σκεπασμένο στέκονταν έξω. Το μαύρο ρούχο που φορούσαν κάλυπτε τα πάντα και δημιουργούσε τόσο μαύρη σκιά που το πρόσωπό τους χανόταν και γινόταν αόρατο. Παρόλα αυτά φαίνονταν να φέγγουν περισσότερο από τον μεσημεριανό ήλιο. Το μάτι δεν μπορούσε να σταθεί για πολύ ώρα πάνω τους και έφευγε θαμπωμένο από την τόση μαυρίλα.
Όλοι στο αριστερό χέρι κρατούσαν ένα περίεργο ατσάλινο δρέπανο, με κοντή και ισχυρή λαβή, φτιαγμένη από ελιά. Το άγριο ξύλο είχε γυαλίσει από τον χρόνο και την χρήση, αναδεικνύοντας τους κόμπους του. Έμοιαζε άθραυστο.
Ξαφνικά τα πάντα τρεμούλιασαν. Ο σκύλος, τα δέντρα, τα πουλιά, ακόμα και ο αέρας που φυσούσε τώρα πιο κρύος από πριν.
-Έρχεται!
Ξανάπε ο Κορυφαίος των καλογήρων, που στέκονταν γύρω σαν σε αρχαία τραγωδία, και οι μαύρες μορφές ριγώντας εξέπεμψαν και άλλο φως.
Μια απόκοσμη μακρινή βροντή ενός κεραυνού αναδύθηκε στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Παραξενεύτηκα. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και δεν υπήρχαν σύννεφα. Ο ήχος έκανε τα τζάμια να τρίξουν ελαφριά. Κοίταξα προς το βουνό από όπου ακούστηκε η βροντή.
Ξαφνιάστηκα.
Η πηγή του ήχου δεν ήταν κανένας κεραυνός. Η κορυφογραμμή φαινόταν καθάρια και απαλή κάτω από το μπλε σύθαμπο της ατμόσφαιρας.
Εκείνο που δημιουργούσε τον ήχο ήταν άλογα. Πρόσεξα και ξεκαθάρισα τον καλπασμό τους. Ερχόταν υπόκωφος, όπως η φωνή του καλόγερου, και η απόσταση τον έκανε να ακούγεται σαν βροντή. Ακούγονταν να καλπάζουν άγρια, ξαμολυμένα σε πολεμική επίθεση. Χρεμετίσματα πνιχτά και αγριεμένα μάτια. Τα ρουθούνια τους ορθάνοιχτα ξεφύσαγαν και στο στόμα αφροί έδειχναν την έξαψή τους.
Τα ατσάλινα πέταλα χτυπούσαν την γη σηκώνοντας χώματα. Χαίτες και ουρές ανέμιζαν γύρω τους δημιουργώντας μια πανδαισία χρωμάτων. Άσπρο, μαύρο, καφετί και κόκκινο γυάλιζαν στο δέρμα τους που ήταν μουσκεμένο από πολεμικόν ιδρώτα και προσμονή μάχης.
Και στις δερμάτινες σέλες, μαυρισμένες από τον καιρό, σιδερόφρακτοι πολεμιστές ίππευαν.
Ο πιο τρομερός κάλπαζε μπροστά από όλους, άξιος αρχηγός αδυσώπητων πολεμιστών. Το άλογό του κατάμαυρο. Φρούμαζε και χρεμέτιζε ασυγκράτητο ορμώντας όπως είχε μάθει, από πάντα, να κάνει. Και όποτε πατούσε με τις οπλές του μια πέτρα, εκείνη λύγιζε και έσπαζε και σπίθες πετάγονταν από την τρομερή οπλή και μυρωδιά τσακμακόπετρας.
Ουλές από αρχαίες μάχες φαίνονταν στο στήθος και στον λαιμό του και εκείνο ορμητικό, ψάχνοντας την σύγκρουση και τις κλαγγές των σπαθιών, αναζητώντας να μυρίσει τον αέρα της μάχης, να αναπνεύσει τον φόβο που δημιουργούσε η όψη του, δάγκωνε με λύσσα το σιδερένιο χαλινάρι που το οδηγούσε στην κατηφοριά. Τα χαράκια του βουνού έτριζαν κάτω από τα πόδια του και πετούσαν κοφτερές σκλήθρες.
Ο καβαλάρης ήταν εξίσου φοβερός. Γυαλιστερά ελάσματα δεμένα με χοντρά δερμάτινα λουριά δημιουργούσαν την πανοπλία του τρομερού αυτού πολεμιστή. Είχαν το χρώμα του κάρβουνου και έδιναν μια φρικτή όψη. Τρεις χαίτες από αλογότριχα, στερεωμένες πάνω στο κράνος του, έκαναν την εμφάνισή του ακόμη πιο άγρια έτσι όπως ανέμιζαν στον καθαρό αέρα.
Στα χέρια φορούσε μακριά, σιδερένια αγκαθωτά γάντια. Φαινόταν να βγαίνει μέσα από τους πιο κρυφούς εφιάλτες του υποσυνείδητου. Ένα μακρύ σπαθί ήταν περασμένο στην ζώνη του.
Το κινητό προσωπείο της περικεφαλαίας ήταν κατεβασμένο. Αλλά από τις θυρίδες φαίνονταν τα μάτια του που σαν πυρακτωμένο μέταλλο σπινθήριζαν και φεγγοβολούσαν. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε τα γκέμια οδηγώντας το άλογό του στην κατηφόρα. Έμοιαζε με τον Άγγελο της Αποκάλυψης.
Η τρομακτική ορδή φαινόταν να αιωρείται και να καλπάζει σε αργή κίνηση. Όμως πλησίαζε πολύ γρήγορα και ο βρόντος του ποδοβολητού συνεχώς δυνάμωνε.
Ισχυρός και υπόκωφος σαν να έκανε το έδαφος να τρέμει. Έντονος και εκκωφαντικός σαν να με ηρεμούσε. Και άπλωνε ησυχία γύρω. Εκκωφαντική ησυχία. Έμοιαζε σαν να μην φύσαγε πια αέρας και αυτό έκανε την ησυχία ακόμα πυκνότερη. Ο σκύλος ακούστηκε να βγάζει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό λες και καλωσόριζε τους καβαλάρηδες. Έπειτα ξαφνικά σταμάτησε.
Η σκόνη, σύννεφο, σηκωνόταν από τον καλπασμό και σκέπαζε τους ιππείς. Όμως οι πανοπλίες ήταν τόσο λείες που τίποτε δεν μπορούσε να τις λερώσει. Γυάλιζαν λες και μόλις τις είχαν καθαρίσει με φωτιά στο καμίνι.
Ο μπροστάρης όρμησε από την καγκελόπορτα προς την ομάδα των καλόγερων που περίμεναν ακίνητοι, σαν τον Χρόνο, τον ερχομό του. Το άλογο ιδρωμένο από το άγριο κατέβασμα του βουνού, βαριανασαίνοντας και κοιτώντας άγρια, κάρφωσε τα πόδια του στα χαλίκια της αυλής σηκώνοντας ένα καινούριο σύννεφο σκόνης. Σταμάτησε τρία βήματα από τον Κορυφαίο που περίμενε σιωπηλός, περιστοιχισμένος από τους ατάραχους και μυστηριώδεις καλόγερους. Πίσω του οι υπόλοιποι ιππείς παρατάχθηκαν σε μεγαλοπρεπές ημικύκλιο.
Για λίγο ακούγονταν οι λαχανιασμένες ανάσες των αλόγων, που παρά τον κάματο της απίστευτης εφόρμησής τους χτυπούσαν ανυπόμονα τα πόδια τους, χρεμετίζοντας και αποζητώντας τον καλπασμό στους ανοιχτούς κάμπους. Ο ίλαρχος κατέβηκε από την σέλα του και πλησίασε τον αρχηγό.
Εκείνος πρότεινε με σεβασμό έναν τεράστιο αρχαίο τόμο. Επάνω φαινόταν ζωγραφισμένη μία ζυγαριά. Στον ένα δίσκο υπήρχε μία ματωμένη καρδιά και στον άλλον ένα λευκό φτερό. Το φτερό βάραινε τόσο ώστε σήκωνε την καρδιά ψηλά. Τα εξώφυλλά του ήταν φτιαγμένα με μαύρο χοντρό δέρμα. Παχιές κίτρινες -και φαγωμένες από τον καιρό σελίδες- φαινόντουσαν από το πλάι.
Έκανε έναν αδιόρατο χαιρετισμό και είπε επίσημα:
-«Έζησε ατυχηματικά. Γέρασε ατυχηματικά. Για έναν χρόνο και χρόνους και μισό δεν μπορούσε να ζήσει και δεν τον άφηναν να πεθάνει. Όλα γράφτηκαν στο Βιβλίο. Ο Νόμος εκπληρώθηκε. Έφτασε η ώρα του. Να αφεθεί Κύριε;»
Ο Τρικόρυμβος ακούμπησε ελαφρά το χοντρό Βιβλίο. Και μετά από μια στιγμή βαθιάς σιωπής γύρισε προς τους συντρόφους του παίρνοντας μία βουβή συγκατάθεση. Έπειτα απάντησε επίσημα:
-«Έζησε ατυχηματικά. Γέρασε ατυχηματικά. Για έναν χρόνο και χρόνους και μισό δεν μπορούσε να ζήσει και δεν τον άφηναν να πεθάνει. Όλα γράφτηκαν στο Βιβλίο. Ο Νόμος εκπληρώθηκε. Έφτασε η ώρα του. Ας αφεθεί Κύριε! Ας αφεθεί Κύριε! Ας αφεθεί Κύριε!»
Μια περίεργη γαλήνη πλημμύρισε τον αέρα με αυτά τα λόγια. Οι καλόγεροι ανάσαναν βαθιά την φοβερή διαταγή και σκόρπισαν. Κάποιος μπήκε στο κτίριο περνώντας από μπροστά μου διάφανος σαν οπτασία. Το δρεπάνι του γυάλιζε αδιάλλακτο στο μεσημεριανό φως.
Φωνές ακούστηκαν από τα δωμάτια και μία νοσοκόμα φάνηκε να πηγαίνει βιαστική σε ένα από αυτά. Μια γυναίκα άρχισε να κλαίει ενώ μια φωνή είπε:
-Θεός σχωρέστον.
Οι καβαλάρηδες γύρισαν τα άλογά τους και έφυγαν με την ίδια ορμή με την οποία ήρθαν.
Τα κλάματα είχαν δυναμώσει από το δωμάτιο.
Ο καλόγερος ξαναπέρασε διάφανος και ανάερος και βγήκε έξω. Δίπλα του μόλις διακρινόταν μία αχνή μορφή. Το φως του ήλιου τους εξαφάνισε και χάθηκαν. Και μέσα από την φασαρία και τους θρήνους άκουσα απ’ έξω κλάμα μικρού παιδιού. Κοίταξα και δεν είδα τίποτα. Και τώρα δεν είμαι σίγουρος αν ήταν κλάμα ή γέλιο. Ή και τα δύο.
Δεν είμαι σίγουρος.

Το στριφνό βιβλίο (ΟΙ ΣΙΩΠΗΛΟΙ)

Μεσημέρι.
Στο δάσος.
Καλοκαιριάτικος αέρας φύσαγε καυτός και ελαφρύς ανάμεσα στα φύλλα. Η ησυχία ήταν εκκωφαντική. Τζιτζίκια ξεσήκωναν το μέρος. Πουλιά και έντομα πετούσαν γύρω. Μακριά στο βουνό, μέσα στην μπλε θολούρα του ουρανού, ένα γεράκι πετούσε ανιχνεύοντας το θύμα του.
Καθισμένος στην σκιά παρακολουθούσα το λιγοστό νερό που έτρεχε από την βρύση στην ρίζα ενός πλάτανου. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Μια ευχάριστη μυρωδιά ξερού χόρτου υπήρχε στην ατμόσφαιρα.
Η σαύρα που από ώρα λιαζόταν πάνω σε μία πέτρα, ξεθαρρεμένη από την πολύωρη ακινησία μου, έτρεξε ξαφνικά να καλυφθεί κάτω από ένα ξερόκλαδο. Ταυτόχρονα, σπασίματα κλαδιών ακούστηκαν.
Κάποια σκιά ξεπρόβαλε από τους θάμνους. Ο κυνηγημένος άνθρωπος σύρθηκε γονατιστός στον ξέφωτο και μετά έπεσε μπρούμυτα, κάτω από τον καυτερό ήλιο, αδιαφορώντας για τα αγκάθια και τις πέτρες που υπήρχαν.
Πνιχτός λυγμός.
Συσπασμένα χέρια.
Ένα μπερδεμένο μουρμουρητό ακούστηκε από τον άνθρωπο που έκλαιγε. Ο βόγκος δυνάμωσε. Τέντωσα τα αυτιά μου γεμάτος περιέργεια. Ο λυγμός επαναλαμβανόταν όλο και πιο δυνατά. Ξεκαθάρισε:
-Συγνώμη Μικρέ Πατέρα. Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα.
Ο λυγμός του έγινε κραυγή και αντιλάλησε στις βουνοκορφές.
Και εκείνες τον γύρισαν πίσω και τα φύλλα γύρω σαν να έτριξαν από την οδύνη.
Και ανατριχίλα διαπέρασε το δάσος.
Και όλα σώπασαν για μια στιγμή.
Και ο άνθρωπος με κοίταξε και είδε τον πόνο του στα μάτια μου. Κατέβασε το κεφάλι και χωρίς να τολμήσει να το ξανασηκώσει είπε:
-Εγώ φταίω για όλα.
Ήμουν απίστευτα τυχερός και απίστευτα ηλίθιος.
Βρήκα Εκείνο που δεν βρίσκεται και έχασα Εκείνο που δεν χάνεται.
Για την ακρίβεια Εκείνο με βρήκε.
Μου έμαθε για τον Μικρό που είναι η αντιπροσωπεία του Μεγάλου.
Μου άνοιξε τις πόρτες του Αδιανόητου.
Και είδα ότι όλα περνούν:
Περνούν τα χρόνια.
Περνούν οι άνθρωποι.
Περνούν οι φυλές.
Περνούν τα βουνά και η γη.
Περνάνε οι ήλιοι και τα σύμπαντα.
Περνά ο ίδιος ο χρόνος.
Αλλά Εκείνος μένει.
Τον ονόμασαν Αδιανόητο.
Τον είπαν Αδιευκρίνιστο.
Τον αποκάλεσαν Ανέκφραστο.
Και εγώ τον γνώρισα σαν Μεγάλο Πατέρα.
Έμαθα Εκείνο που δεν μαθαίνεται.
Αλλά ήμουν τεμπέλης.
Και ο χρόνος μου πέρασε ανώφελα.
Δεν είχα να πω τίποτε για τον Απροσδιόριστο εκτός από εκείνα που μου έμαθαν.
Ήξερα λίγα.
Χρειαζόντουσαν πολλά.
Και ο χρόνος μου τελείωσε.
Τότε ο Σκληρός «που θερίζει όπου δεν έσπειρε και μαζεύει όπου δεν σκόρπισε» ζήτησε την αμοιβή του.
Και έστειλε τους Σιωπηλούς.
Συνέβη όταν έφυγε ο Μικρός Πατέρας.
(Που αυτή είναι η δουλειά του: Ένας ηθοποιός ο οποίος μιμείται αυτό που δεν είναι.)
Γιατί τότε καταλαβαίνεις πόσο μικρός είσαι. Και καταλαβαίνεις Εκείνο που δεν εξηγείται.
Από τότε, κάθε τόσο, έρχονται οι Σιωπηλοί.
Φοβεροί, κρύβονται μέσα στο σκοτάδι της μέρας.
Τρομεροί φέγγουν στο φως της νύχτας.
Φριχτοί, ξεκουφαίνουν με την σιγαλιά τους.
Καβαλούν ανήμερα άλογα.
Ανεβοκατεβαίνουν τον Κόσμο.
Ίδιοι Άγγελοι του Θανάτου.
Και απαιτούν Εκείνο που δεν μπορεί να πληρωθεί.
Μετατρεπόμενοι σε φρικτά τέρατα.
Φοβερές Ερινύες.
Με νύχια γαμψά και σουβλερά δόντια.
Ρωτούν Εκείνο που δεν απαντιέται.
Απαιτώντας τον μισθό τους.
Και εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τρέχω για να ξεφύγω.
Εκλιπαρώντας έλεος από τον Μεγάλο Πατέρα.
Και κανείς δεν υπάρχει για να με ακούσει.
Διότι ο Μικρός μου έδωσε το σώμα μου.
Ο Μεγάλος την ψυχή μου.
Και οι Σιωπηλοί την ευκαιρία.
Και ρωτούν:
-Τι έμαθες από Εκείνο που δεν μαθαίνεται;
-Τι έπλασες από το Ανύπαρκτο;
-Τι κατάλαβες από το Ακατανόητο;
-Γιατί κάλεσες τον Απροσδιόριστο και μετά τον ξέχασες;
Τρομερά μάτια με κοιτούν.
Τρομερά χείλια μου χαμογελούν σιδερένια χαμόγελα.
Τρομερά νύχια με γραπώνουν απαιτώντας απάντηση. Νύχια κοφτερά αετού τεράστιου. Μπήγονται στην σάρκα ξεσκίζοντας δέρμα και τένοντες. Σκαλώνοντας στα κόκαλα. Παγιδεύοντας.
Και το μόνο που μου μένει είναι να φωνάξω ανώφελα:
«Συγνώμη Μικρέ Πατέρα, Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα».
Και τρέχοντας ξεφεύγω για λίγο. Όσο χρειάζεται για να ξεχάσω.
Μα μετά οι Σιωπηλοί ξανάρχονται.
(Και έτσι τουλάχιστον όλο και κάτι μαθαίνω. Ίσως.)
Ο άνθρωπος ανασηκώθηκε, κοίταξε γύρω και εξαφανίσθηκε στα βάτα. Από μακριά ακούστηκε ο θρήνος του πολλαπλασιασμένος από τον αντίλαλο του λόφου:
«Συγνώμη Μικρέ Πατέρα, Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα».
Και τότε κατάλαβα ότι εκείνος ο φυγάς έπαιξε για μένα τον ρόλο των Σιωπηλών.
Που με καταδιώκουν όταν έχω ξεχάσει.
Για να μου θυμίσουν το χρέος μου στον Σκληρό.
Τρομερά μάτια με κοίταξαν.
Τρομερά χείλια μου χαμογέλασαν σιδερένια χαμόγελα.
Τρομερά νύχια με γράπωσαν απαιτώντας απάντηση.
Και τρέμοντας από θλίψη φώναξα συντριμμένος:
«Συγνώμη Μικρέ Πατέρα, Συγνώμη Μεγάλε Πατέρα».
Και η κραυγή μου πολλαπλασιάστηκε στο φαράγγι.
Ανώφελα.
Και οι Σιωπηλοί καμώθηκαν ότι με έχασαν.
Γέλασαν χαιρέκακα.
Ο απαίσιος ήχος πολλαπλασιάστηκε από το βουνό και βρόντησε μέσα στην ησυχία του μεσημεριού.
Και άρχισα να τρέχω για να ξεφύγω.
Ανώφελα.

Το στριφνό βιβλίο (ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ)

Κοίταζα τον σωρό από πέτρες που κάποτε ήταν ο ναός της Ήρας στην Ολυμπία. Κάπου εκεί κοντά γινόταν και η τελετή της Αφής. Νοσταλγία με πλημμύρισε για μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί και που όλοι την εκμεταλλεύονται ασύστολα. Πάντα έτσι γίνεται: «Δρυός πεσούσης πάς ανήρ ξυλεύεται». Η χολυγουντιανή μας βλακεία με σκέπασε και με έπνιξε δένοντας έναν κόμπο αναγούλας και οργής στον λαιμό μου. Τράβηξα ένα νοερό ξίφος απειλώντας τους χαζοχαρούμενους επισκέπτες που συμπεριφέρονταν σαν να βρίσκονταν στο χωράφι του παππού τους. Ο ήλιος καλύφθηκε από ένα μαύρο νέφος και η ξαφνική δροσιά με έκανε να ανατριχιάσω. Σήκωσα ψηλά το σπαθί μου και φοβερίζοντας το σύννεφο κραύγασα την αρχαία ιαχή: «Αλαλά, Αλαλά, Αλαλά».
Με το ραχοκόκαλο ανατριχιασμένο άρχισα να χτυπώ τα πόδια μου σε έναν αυτοσχέδιο πολεμικό χορό. Ο αέρας γέμισε ανοιξιάτικα αρώματα και συνεπαρμένος έκλεισα τα μάτια.
Μία λάμψη φώτισε τα βαριά σύννεφα που κάλυπταν τον μεσημεριανό ουρανό. Ο ήχος του κεραυνού τράνταξε την γη τρομάζοντας τα παιδιά που είχαν μαζευτεί μαζί με τις μητέρες τους στους χαμηλούς λόφους γύρω από τον ναό για να παρακολουθήσουν από μακριά την Αφή της Ιερής Φλόγας. Οι θεατές στο στάδιο τυλίχτηκαν στους χιτώνες τους καθώς το αεράκι που φύσαγε
δρόσισε υπερβολικά. Επικρατούσε ησυχία παρά το μεγάλο πλήθος που είχε μαζευτεί. Ξαφνικά ένα σιγανό μουρμουρητό έστρεψε την προσοχή προς την Στοά.
Οι Γυμνίτες οπλισμένοι με ασπίδες, δόρατα και περικεφαλαίες, έχοντας έναν μακρύ κόκκινο μανδύα κρεμασμένο στον ώμο, βγήκαν μέσα από την Στοά και παρατάχθηκαν σε δύο γραμμές δημιουργώντας μια τιμητική φρουρά στην είσοδο του σταδίου. Οι αξιότεροι νέοι των Ελληνίδων πόλεων, αδιάφοροι στο ασυνήθιστο για την εποχή κρύο, περίμεναν για να υποδεχτούν την Φλόγα.
-Ουαί, Ουαί, Ουαί.
Η κραυγή των Γυμνιτών σηματοδότησε την έναρξη της τελετής, προειδοποιώντας ότι ο χώρος ήταν για λίγο Άβατος. Ο ίδιος ο Φοίβος Απόλλων (ο καταστροφέας του Δράκοντα) θα πατούσε στην γη. Τύμπανα άρχισαν να χτυπούν πίσω από τον λοφίσκο.
Γύρω στην Εστία ένα κύκλος από γέρους παλαίμαχους, αρματωμένους με βαριές μπρούτζινες πανοπλίες, με χοντρά λουριά από βοδινό δέρμα να συγκρατούν τα μεταλλικά μέρη, οπλισμένοι με ξίφη και δόρατα προτεταμένα προς τα έξω επιθεωρούσε την γύρω περιοχή. Όλοι είχαν στραμμένη την πλάτη στον βωμό με το χάλκινο κάτοπτρο. Ο αρχηγός κάρφωσε το ακόντιό του στο έδαφος και
τράβηξε το σπαθί του. Τότε σύσσωμη η φρουρά φώναξε:
-Εκάς οι βέβηλοι.
Η φοβερή απαγόρευση πλημμύρισε τον χώρο και έκανε τις καρδιές των ακροατών να ριγήσουν. Όλοι ήξεραν ότι οι φρουροί θα σκότωναν αδίστακτα οιονδήποτε ασεβή τολμούσε να προσεγγίσει.
Η σιγή, νεκρική, απλώθηκε παντού…
Εκείνη την στιγμή η Γηραιά Πρωθιέρεια βγήκε από τον Ναό της Θεάς Μητέρας.
Πλησίασε στο κάτοπτρο περιστοιχιζόμενη από τις Παρθένες Ιέρειες της Ήρας. Γονάτισε στο δεξί γόνατο και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά κάλεσε τον Φωτοδότη να ανάψει την Δάδα. Έσκυψε και παίρνοντας το κλωνάρι της ελιάς που στην άκρη του είχε στερεωμένο ένα κομμάτι ίσκα, το τοποθέτησε στο κέντρο του γυαλιστερού κάτοπτρου.
Η ανυπομονησία ξεχείλισε από τις καρδιές του πλήθους. Φούσκωσε και τράνεψε και πλημμυρώντας τους λόφους κάλυψε τα δέντρα και σηκώθηκε μέχρι τον ουρανό.
Τότε, σαν από θαύμα, τα σύννεφα έσκισαν στα δύο αφήνοντας μια μεγάλη ρωγμή. Ο φωτεινός δίσκος του ηλίου φάνηκε χαρίζοντας καυτό φως στην πεδιάδα. Οι ακτίνες κατέβηκαν γοργές και έλαμψαν μέσα στο χάλκινο κοίλωμα που, τα πολύ παλιά χρόνια, είχαν κατεργαστεί οι καλύτεροι μεταλλουργοί, καθορισμένοι με χρησμό από το Μαντείο των Δελφών.
Με την καρδιά γεμάτη ευλάβεια οι Φρουροί, οι Γυμνίτες και τα πλήθη περίμεναν την αφή της Δάδας από τον Θεό. Όλοι γνώριζαν ότι οι ακτίνες συγκεντρωμένες από το κάτοπτρο μπορούσαν να κάνουν αυτή την δουλειά χωρίς την παρέμβαση κανενός θεού, αλλά όμως, όλοι προτιμούσαν να δουν, στο πεζό αυτό γεγονός, την θαυματουργή παρέμβαση του Φοίβου.
Η Δάδα έτριξε, κάπνισε και η φλόγα έλαμψε ζωηρή στο μεσημεριάτικο φως.
Οι Ιέρειες και οι Φρουροί περικύκλωσαν την Γηραιά Δαδούχο και όλοι μαζί κίνησαν για την στοά που έφερνε στο στάδιο. Τα βαριά χτυπήματα των ποδιών της φρουράς ακούγονταν να δονούν ρυθμικά μέσα στην σιωπή του σταδίου.
Με την έξοδο της Πρωθιέρειας από την στοά οι Γυμνίτες έριξαν τα όπλα τους στον διάδρομο, σκεπάστηκαν με τους άλικους μανδύες τους και γονάτισαν μπροστά στο φως του θεού.
Η ιερή φωτιά πέρασε πάνω από τα αστραφτερά όπλα, δείχνοντας τον ειρηνικό της χαρακτήρα, και η Δαδούχος την βύθισε στον βωμό του Δία που βρισκόταν σε περίοπτη θέση στο στάδιο. Φλόγες ξεπήδησαν μέσα από τα φρύγανα και άπλωσαν ζωηρά στα ξύλα της ελιάς που βρίσκονταν επάνω.
Τότε ξαφνικά από τα γειτονικά δέντρα ξεχύθηκε ένα σμήνος ανθρώπων με λευκούς χιτώνες. Σείστρα, σάλπιγγες, φωνές, κύμβαλα, σύριγγες και άσκαυλοι δημιούργησαν για λίγο ένα μικρό πανδαιμόνιο. Έπειτα οι ήχοι καταλάγιασαν σε έναν ρυθμικό παιάνα και οι Γυμνίτες, αρπάζοντας τα όπλα τους άρχισαν έναν αργό πυρρίχιο γύρω στον βωμό.

Το χαλικάκι κάρφωσε με δύναμη την φτέρνα μου, έτσι όπως χώθηκε μέσα στο σανδάλι. Ο σουβλερός πόνος με έκανε να ανοίξω τα μάτια. Κούνησα το πόδι δεξιά αριστερά, κοιτώντας με μίσος το χαλίκι, που πετάχτηκε αδιάφορο, και στολίζοντάς το με διάφορα κοσμητικά επίθετα.
Αλλά αυτή είναι η κατάσταση του ύπνου μας. Αρκούσε ένα χαλίκι για να λειτουργήσει ο νόμος
της βαρύτητας και να συντριβώ, ψυχή τε και σώματι, στην ζοφερή πραγματικότητα. Δάκρυσα λίγο.
 Λόγω του πόνου στην φτέρνα.

Το στριφνό βιβλίο (ΟΙ ΚΟΣΜΟΙ)

Ένα τρομερό «γγγρρρρρρ» συνοδευμένο με κάτι σαν ξερόβηχα ακούστηκε πίσω μου. Έντονη ζέστη με χτύπησε στον σβέρκο. Μια κοκκινωπή λάμψη έφεξε λίγο κάνοντας σκιές τριγύρω.
Έκπληκτος, έχοντας αφαιρεθεί κοιτώντας έναν ψωραλέο σκύλο, γύρισα να δω την πηγή αυτής της αναστάτωσης. Δεν πίστευα στα μάτια μου καθώς αντίκρισα έναν δράκο να εκπνέει φλόγες. Επιφυλακτικός για την διανοητική μου κατάσταση έριξα μια ματιά γύρω. Το περιβάλλον δεν είχε αλλάξει. Υπήρχαν τα ίδια σπίτια και δέντρα. Όμως το φως ήταν μουντό κόκκινο και δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι.
Ο δράκος, φολιδωτός, με μεγάλες τρίγωνες πλάκες να προστατεύουν την ράχη του, λοξοπάτησε το αριστερό του πόδι και γύρισε προς το μέρος μου. Οι γυαλιστερές και γαμψές άκρες των δαχτύλων του, ατσάλινα βελόνια, χώνονταν στο χώμα και χάραζαν τις πέτρες τρίζοντας απαίσια.
-Υπάρχουν τρεις κόσμοι, είπε κοιτώντας με. Ο Μέσα Κόσμος, ο Έξω Κόσμος και ο Πάνω Κόσμος. Περιδιαβαίνω στον Μέσα Κόσμο, προσπαθώντας να ισορροπήσω στον Έξω, για να μπορέσω κάποτε να επισκεφτώ τον Επάνω. Και πρέπει να δείχνω και τους τρεις σε όποιον βρίσκω μπροστά μου. Μην ανησυχείς λοιπόν. Δεν τρώγω συνηθισμένα πράγματα και εσύ δεν συμπεριλαμβάνεσαι στο καθημερινό διαιτολόγιό μου.
Τα μάτια του, ανθρώπινα στην ευφυΐα, ερπετού στην όψη και το χρώμα, αεικίνητα και φλογερά ερευνούσαν ασταμάτητα τα πάντα. Με μια αστραπιαία κίνηση άρπαξε μέσα από κάποιο θάμνο έναν μικρό (για αυτόν) Μινώταυρο που κρυβόταν ακίνητος. Εκείνος ούρλιαζε τρομοκρατημένος και τον χτύπαγε με μια πέτρα που κρατούσε στο χέρι του. Τα δυνατά σαγόνια έκλεισαν γύρω στο τριχωτό σώμα του συνθλίβοντάς τον.
Τα ανατριχιαστικά σπασίματα με πάγωσαν.
Αναγούλιασα από την μυρωδιά του αίματος καθώς τα κομμάτια του άψυχου σώματος σπέρνονταν γύρω.
Ο δράκος έφτυσε ένα σπασμένο δόντι και με ξανακοίταξε.
-Αυτός είναι ο Μέσα Κόσμος. Γεμάτος θηρία και τέρατα. Προκαλούν ανισορροπία στον Έξω Κόσμο. Φράζουν την πόρτα για τον Πάνω Κόσμο. Διαλύουν τον Μέσα. Προκαλούν άπειρο πόνο. Τρέφονται και μεγαλώνουν με πόνο. Και πολλαπλασιάζονται πνίγοντας τα πάντα σαν την αγριάδα στο χωράφι. Και εγώ τρέχω καθημερινά μασώντας και ξαναμασώντας τα απαίσια σώματα με την πικρή γεύση, μέχρι που να καθαρίσω τον Μέσα Κόσμο (μου).
Οι πληγές είναι ένα καθημερινό φαινόμενο. Η ξεκούραση άγνωστη. Δεν μπορώ να σταματήσω στιγμή. Δεν μπορώ να λυπηθώ τίποτα. Δεν μπορώ να συγχωρήσω κανέναν. Τα λάθη των άλλων είναι καταδικαστέα σαν να τα έχω κάνει εγώ. Γιατί αν δεν ήμουν εγώ τα λάθη τους δεν θα υπήρχαν.
Τώρα θα σου δείξω τον Έξω Κόσμο.
Μούγκρισε και ο ουρανός έγινε γαλανός και ο δράκος εξαφανίστηκε. Κόσμος κυκλοφορούσε γύρω. Κάποιος περαστικός κλώτσησε τον σκύλο που ούρλιαξε παραπονιάρικα. Τα πάντα έμοιαζαν φυσιολογικά εκτός από τον σκύλο που ήρθε μπροστά μου και μου μίλησε.
-Ο Έξω Κόσμος είναι εξίσου δύσκολος. Ούτε εδώ υπάρχει ξεκούραση. Τα όντα του Μέσα Κόσμου εκδηλώνονται και εδώ προκαλώντας με. Τα όρια των δύο κόσμων συγχέονται και ο κίνδυνος είναι διαρκής. Τα πάντα μπορούν να ανατραπούν σε μία στιγμή. Γι’ αυτό πρέπει να είμαι ταπεινός. Πρέπει να υποχωρώ και να υπομένω συνέχεια ακόμη και αν νοιώθω ότι αδικούμαι. Ο δρόμος για τον Πάνω Κόσμο είναι φτιαγμένος με πέτρες Υπομονής και με λάσπη Ταπείνωσης. Και φτιάχνεται τόσο δύσκολα…
Όμως καμιά φορά βλέπω από μια μικρή χαραμάδα τον Επάνω Κόσμο. Τότε παίρνω θάρρος και συνεχίζω το κυνήγι.
Ο σκύλος κούνησε την ουρά του. Το περιβάλλον εξαφανίστηκε μέσα σε μία έκρηξη γαλάζιου φωτός. Για μια στιγμή αισθάνθηκα τον ίλιγγο του ύψους καθώς το χώμα δεν στήριζε πια τα πόδια μου. Έπειτα εξαφανίστηκα και εγώ και δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο το γαλάζιο χάος. Η φωνή του δράκου ακούστηκε βαθιά και χωρίς αντίλαλο.
-Αυτός είναι ο Πάνω Κόσμος. Ο κόσμος της Ανυπαρξίας. Σε αυτή την κατάσταση δεν θέλεις τίποτε, δεν χρειάζεσαι τίποτε, δεν δεσμεύεσαι από τίποτε. Πανευτυχής, δεν υπάρχεις. Ακίνητος, διαπερνάς τα πάντα. Μοναδικός, είσαι όλα τα πράγματα. Και υπακούς στον Μοναδικό Νόμο.
Το γαλάζιο χάθηκε ενώ όλα φάνηκε να υλοποιούνται ξαφνικά.
Ένας περαστικός κυνήγησε τον σκύλο που άρχισε να τρέχει με την ουρά στα σκέλια.
Και τον λυπήθηκα πιο πολύ από τον σκύλο.

Το στριφνό βιβλίο (ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ)

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία:
Ήτανε λέει κάποτε στην Μικρά Ασία οι Ζεϊμπέκηδες.
Οι Zεϊμπέκηδες ήταν σκληροτράχηλοι, ανυπότακτοι και θαρραλέοι. Εξισλαμισμένοι Έλληνες.
Πιθανόν και από άλλες φυλές. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το θάρρος, η γενναιότητα, η παλικαριά, η ανδρεία και όλες αυτές οι ιδιότητες που κάνουν τους ανθρώπους να μοιάζουν και να μην τους χωρίζει η φυλή και το χρώμα τους.
Στα ζεϊμπέκικα χωριά λοιπόν, στα πανηγύρια, μαζευόντουσαν οι πολεμιστές και αγωνιζόντουσαν μεταξύ τους για να αποδείξουν την ανδρεία και την λεβεντιά τους. Έτσι σε έναν τέτοιο αγώνα πήρε μέρος και ένας γενναίος άνδρας, αρχηγός κάποιου χωριού.
Οι ζεϊμπέκηδες «πολεμούσαν» μεταξύ τους χορεύοντας και δείχνοντας την ευλυγισία και την ταχύτητά τους. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός και δύσκολα μπορούσε να επικρατήσει κάποιος.
Τότε ένας γέρος σοφός πλησίασε τον ήρωα της ιστορίας και του είπε:
-Έλα να σου πω ένα μυστικό. Με αυτό θα χορέψεις έναν χορό τόσο λεβέντικο που κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να χορέψει σαν και σένα όσο και αν προσπαθήσει.
Και ο πολεμιστής άκουσε και όταν ήρθε η σειρά του να χορέψει στάθηκε στην μέση της πλατείας. Έμεινε ακίνητος.
Άκουσε την μουσική. Την αισθάνθηκε βαθιά στην καρδιά του.
Ξέχασε τους διαγωνισμούς και τις προκλήσεις. Τα βήματα του χορού και τον ρυθμό. Η ψυχή του πέταξε ψηλά και τα πόδια του την ακολούθησαν. Πήδηξε και στριφογύρισε. Σταματούσε και ξεκίναγε χωρίς σκοπό και χωρίς ρυθμό. Ανεβοκατέβαινε ακράτητος παρασυρμένος από το μεράκι της καρδιάς του.
Και όταν τελείωσε όλοι, με μια φωνή, τον ανακήρυξαν αρχηγό μένοντας έκθαμβοι από τον χορό που χόρεψε.
Και πράγματι ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να μιμηθεί και να χορέψει εκείνον τον χορό.
Ούτε και αυτός ο ίδιος ακόμα.
Έτσι ξαναγεννήθηκε ο αρχαίος Ζεϊμπέκικος.

Το στριφνό βιβλίο (ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ)

Με μάτι κακόβουλο. Και φαρμακερό (σαν πάνθηρας). Αγριεμένο.
Σαν αρπακτικό που παραμονεύει για λεία.
Ρυθμοί, όπως σε ντοκιμαντέρ, αργοί. Καρέ, καρέ ο ιδιότροπος, κυλάει, χρόνος.
Αδρεναλίνη και σβέλτα αντανακλαστικά.
Αισθάνεσαι την γύρω χαρά. Την λύπη. Τον πόνο.
Ψυχοπλάκωμα.
Δεν ξέρεις αν αυτό που νοιώθεις είναι πραγματικό.
Μπα! λες: «της φαντασίας μου είναι».
Αλλά η στάση του άλλου δίνει μια περίεργη γεύση θλίψης.
Καταπιεστικής.
Και δεν μπορείς να κοροϊδεύεσαι άλλο. Αυτό είναι!
Ο πόνος!
Γίνεται δικός σου από μια περίεργη ιδιοτροπία της αντίληψης. Έστω και αν δεν ξέρεις την αιτία.
Νοιώθεις το ατελείωτο κύμα από μιζέριες και αγωνίες να εκπέμπεται από το ανθρώπινο κοπάδι.
Πόσοι στόχοι!
Ένας τρίχινος κόμπος πνίγει τον λαιμό και η ανάσα βγαίνει σφυριχτή.
Νύχια και τένοντες συσπώνται σε θανατερή έκταση.
Δόντια αποκαλύπτονται, μυτερά, σε φοβερό χαμόγελο.
Τα ρουθούνια ανιχνεύουν την μυρωδιά του θύματος.
Το ένστικτο σε κυριεύει και θες να επιτεθείς.
Με γοργόφτερο χέρι να κόψεις τον ομφάλιο λώρο που τροφοδοτεί με αγωνία τον καταπιεσμένο.
Όμως η εμπειρία μέσα στο χρόνο είναι αποκαρδιωτική.
Το θύμα θα αρνηθεί την αλήθεια σου.
Θα φοβηθεί την ελευθερία του.
Θα σφίξει και άλλο τα δεσμά του.
Και το χειρότερο θα ξεχάσει ότι προσπάθησες να τον ελευθερώσεις.
Και το χειρότερο θα διαστρέψει αυτά που του είπες σε φρικτό ψέμα.
Η μυρωδιά του ύπνου κάτω από τον πόνο στο φανερώνει αυτό.
Και το άγριο ζώο μέσα σου κουλουριάζεται… απελπισμένο… εγκαταλείποντας το κυνήγι.
Και ο τρίχινος κόμπος λύνεται σε ένα δάκρυ.
Και εσύ καμώνεσαι πως σκόνη, τάχατες, μπήκε στα μάτια σου.
Για να μην σε νομίσουν για τρελό που κλαίει αναίτια…

Το στριφνό βιβλίο (ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ)

Η δουλειά μου τελείωσε.
Βρώμικος και σκεπασμένος σκόνη, πασαλειμμένος μαύρο γράσο κουβαλάω τα εργαλεία μου. Μπροστά στην καντίνα κόσμος παίρνει φαγητό.
Επαίτες σκύλοι, φασαρία, και μυρωδιές από σάντουιτς. Κάποιοι πετούν κομμάτια ψωμί στα ζώα που κάθονται και, που κουνώντας με λαχτάρα τις ουρές τους, περιμένουν.
Ένα σκυλάκι άρχισε να με πλησιάζει.
Μοιάζει σαν καρικατούρα. Με πόδια σκεβρωμένα και κοντά.
Τα κόκαλα, όμοια σπασμένα καλάμια, προβάλουν δεξιά και αριστερά. Αηδιαστικά στρεβλά.
Έχω δει και άλλα τέτοια.
Κάθε τόσο γεννιέται και ένα παρόμοιο. Ίσως να φταίει κάποιο γονίδιο. Ίσως οι ακτινοβολίες των μετασχηματιστών. Ίσως και κάποιο από τα άπειρα και επικίνδυνα χημικά που χρησιμοποιούνται στο εργοστάσιο.
Το σκυλί χαρούμενο, σαν γελοιογραφία, πηδούσε δίπλα μου κάνοντας χαρές.
Λαχάνιαζε και χτυπιόταν.
Κούναγε την ουρά και γάβγιζε.
Στριφογύριζε μυρίζοντας και ξερογλειφόταν.
Νόμιζε ότι τα σίδερα που κρατούσα ήταν φαγητό. Με λίγη προσπάθεια, ήλπιζε, ίσως να του έδινα κάτι.
Κοίταξα με φρίκη το παραμορφωμένο κορμί.
Και αισθάνθηκα λύπη για την μοίρα του.
Κανονικά θα έπρεπε να είναι ελεύθερος.
Να γυρνάει στα λιβάδια.
Να τρέχει.
Περήφανος.
Να δίνει μάχες με τους άλλους σκύλους.
Να κυνηγά με την αγέλη του στα δάση.
Και να είναι ελεύθερος.
Και να πεθάνει ελεύθερος.
Με τιμή.
Σαν αληθινός σκύλος.
Τι κατάντια!
Τώρα
εδώ, μέσα στη σκόνη και στις σκουριές, βρώμικος και ελεεινός, ανάπηρος και αγνοημένος, κακάσχημος ζήτουλας, ικετεύει για ένα ξεροκόμματο διακινδυνεύοντας να φάει κλωτσιές.
Ο άθλιος σακάτης με πλησίασε και με ένα τελευταίο σκέρτσο αναπήδησε κοιτώντας με.
Έμεινα αποσβολωμένος.
Τα μάτια του παιχνιδιάρικα, καθαρά και αθώα τρύπησαν την ψυχή μου και με δηλητηρίασαν με όλη την σκυλίσια τους αγνότητα.
Και για μια στιγμή εγώ, ο σπουδαίος άνθρωπος, ο παντοδύναμος, με όλο τον τεχνολογικό μου πολιτισμό και τα επιτεύγματά μου ευχήθηκα να μπορούσα να αποκτήσω τα μάτια του.
Έστω και αν τα πόδια μου θα ήταν στρεβλά σαν τα δικά του.

Το στριφνό βιβλίο (Η ΠΑΓΙΔΑ)

Άσπρα, κρύα και σκληρά φώτα από νέον. Κρύα και σκληρή ατμόσφαιρα. Σαν τα φώτα. Καπνοί και κακοτερένιες γλάστρες με ασθενικά φυτά γύρω. Και θόρυβος.
Νύχτα.
Κάθομαι στην αίθουσα αναμονής. Δεν ξέρω ακριβώς το γιατί. Δεν το έχω σκεφτεί με το «μέσα μυαλό». Κόσμος πάει πέρα δώθε. Ούτε αυτός ξέρει το γιατί. Ούτε αυτοί το σκέφτονται με το «μέσα μυαλό».
Υπάρχει μια αίσθηση τυχαίου στα πράγματα.
Τυχαία ζούμε, τυχαία μιλάμε, τυχαία πράττουμε, τυχαία πεθαίνουμε.
Η ζωή μας είναι ένα ατύχημα.
Ατυχηματική χαρά και ατυχηματικός πόνος φτιάχνουν ατυχηματικούς ανθρώπους.
Ασπροντυμένες νοσοκόμες αναγγέλλουν γεννήσεις και δείχνουν μωρά. Μπαμπάδες περήφανοι για το «δικό τους» παιδί. Γριές χαίρονται που «έχουν» κι άλλο εγγόνι. Φιλοδωρήματα αλλάζουν χέρια συνέχεια.
Ξέγνοιαστος κοιτάζω γύρω, σηκώνομαι από την άβολη καρέκλα και τεντώνομαι. Η νοσοκόμα πλησιάζει χαμογελώντας.
«Συγχαρητήρια κύριε. Είναι αγόρι».
Οι συγγενείς χαίρονται. Δεν καταλαβαίνω και πολύ την αιτία τέτοιας υπερβολικής εκδήλωσης.
Ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος παρατηρώ την γυναίκα μου στο φορείο.
Μισο-ξύπνια, μισο-ζαλισμένη δεν πολυκαταλαβαίνει και αυτή. Δίπλα της ένα μωρό τυλιγμένο σε πάνες. Μια μαυριδερή ζαρωμένη μούρη φαίνεται μέσα στα ρούχα.
Κοιτάζω καλύτερα. Και:
Γιγάντιες δαγκάνες ξεπηδούν από το πουθενά. Σφαδάζω σαν καμακωμένο ψάρι. Το τεράστιο δόκανο της φύσης, καλά κρυμμένο (υπομονετικά) τόσους μήνες, κλειδώνει ανατριχιαστικά τρίζοντας στα κόκαλα του ποδιού.
Κατάδικος.
Πιασμένος σε ανήκουστη παγίδα.
Ατυχηματικά ανελεύθερος.
Θυμός με κυριεύει και δοκιμάζω να τραβηχτώ από την ατσάλινη αρπάγη.
Και νοιώθω ένα υπόκωφο «κλικ» κάπου βαθιά στον ψυχισμό μου.
Αντιλαλώντας κουδούνισε και βρόντηξε και ανέβηκε από τα έγκατα του υποσυνείδητου.
Σαν χειροπέδη που κλείνει στον καρπό του κατάδικου.
Με λεπτή, αόρατη και άθραυστη αλυσίδα.
Δεμένος για πάντα.
Οι αμπάρες του χρόνου μαντάλωσαν πίσω μου την πόρτα διαφυγής.
Όμοιος με ταύρο άγριο που του πέρασαν τον σιδερένιο χαλκά στην μύτη και τώρα, ανήμπορος, σύρεται από ένα πιτσιρίκι.
Σκανδάλη το απλανές βλέμμα της ζαρωμένης φάτσας.
Ξέρω ότι πλέον θα είμαι υπεύθυνος για αυτό το πλάσμα. Χωρίς να μπορώ να κάνω διαφορετικά. Όσο και να προσπαθήσω. Όσα χρόνια και να περάσουν.
Ίσως ακόμη και αφού πεθάνω.
Και άκουσα την φύση να γελάει χαιρέκακα.
Και πονηρά.
Και παιχνιδιάρικα.
Και αθώα.
Και το γέλιο πολλαπλασιάσθηκε σε χιλιάδες αποχρώσεις.
Από χιλιάδες μεριές.
Και γέλασα και εγώ υποψιασμένος.
Ανησυχώντας για την ανθρώπινη τάση προς το ατυχηματικό.
Και για πρώτη φορά αισθανόμενος το ανείπωτο.
Και καταλαβαίνοντας ότι ανακάλυψα κάτι ιδιαίτερα σπάνιο.
Χαλάλι το δόκανο…
Και η αλυσίδα…

Το στριφνό βιβλίο (Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ)

Ο γέρος με το ρόπαλο με τράβηξε απότομα από το μανίκι:
-Εκεί….
Είπε κοιτώντας με και κουνώντας ελαφρά το κεφάλι. Γύρισα σαν αυτόματο προς το μέρος που μου έγνεψε.
Κοκάλωσα.
Τεράστιος και θηριώδης στεκόταν στα αριστερά μου ο τοίχος…
Ψηλός και παχύς με χοντρές, ακανόνιστες πέτρες. Συνέχεια