Ἀρχεῖα κατηγορίας: Ποίηση

Τα φοβερά Χριστούγεννα

Θυμάμαι ότι όταν ήμουνα μικρός (την δεκαετία του 1960-70) τα πιτσιρίκα ξεκίναγαν να λένε τα κάλαντα από πρωί-πρωί. Έβγαιναν μόνα τους ή σε ομάδες και η «φασαρία» συνεχιζόταν μέχρι το μεσημέρι.
Έπειτα μας πολυ-πολιτίσμισαν (χάρη σε όλα αυτά τα καθάρματα που στέλνετε στην Βολή των ανθ-Ελλήνων) και γεμίσαμε εξαθλιωμένους αλλοδαπούς που άρχισαν να κλέβουν σπίτια, πορτοφόλια, γέρους και φυσικά τα παιδιά που λένε τα κάλαντα. Συνέχεια

Το τραγούδι των πολεμιστών

Ζητώ συγνώμη από τους φίλους επισκέπτες για την διαγραφή του ήχου. Η ηλίθια διαδικασία της διαφύλαξης των ιερών κερδών της εταιρείας βλέπετε. 

Ἂν ὅλος ὁ κόσμος εἶχε τὰ δικά μου (στριφνᾶ) μουσικὰ κριτήρια σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ ὑπῆρχαν ἐλάχιστοι τραγουδιστές, ἐλάχιστοι συνθέτες καὶ ἀκόμα πιὸ ἐλάχιστα τραγούδια. Βγάζω σπυριὰ ἀκούγοντας τόσες ἀνεγκέφαλες μποῦρδες νὰ παίζονται καὶ νὰ ξαναπαίζονται παντοῦ. Συνέχεια

Μια ζωή τα ίδια χάλια…

«Γύριζε, μὴ σταθῆς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»
Κωστής Παλαμάς (1908)

Παιδάκι σε πεθύμησα

Παιδάκι σε πεθύμησα, με το ξαφνικό σου χαμόγελο και την
Άγνοια της Θλίψης.
Μπήκες στην ζωή και την καταβρόχθισες-χωρίς τίποτ’ άλλο
Χωρίς θαμπά όνειρα να σου κρατάνε συντροφιά.
Η καρδιά σου χτυπούσε δυνατά όταν κυνηγούσες βατράχια
κι έπιασες ένα που ήταν μεγάλο για το χέρι σου.
Περιπλανιόσουν με φίλους στα ήσυχα δάση και
ξαφνιαζόσουν με τον σκαντζόχοιρο
Ήσουν η σπίθα εκεί που το μυστήριο άναβε φωτιές και
μασούσες φύλλα με άγρια πείνα.
Δεν υπήρχε χρόνος για νόημα – το έδινε
ένα γλειφιτζούρι
Μια σφεντόνα στην τσέπη σου έδινε ασφάλεια όταν
οι φίλοι σου έφευγαν,
Ένα λουλούδι στο δάσος κρυμμένο πίσω από ένα παλιό
μαραμένο κούτσουρο,
Ένας σκύλος που χόρευε και σούγλειφε τα δάχτυλα και
δάγκωνε το παντελόνι σου,
Ένα αναπάντεχο παιχνίδι ποδοσφαίρου,
Ένα ποτήρι μηλόκρασο, η φωνή του γρύλου.
Πότε έχασες τα μάτια και τα αυτιά σου, πότε τα
μπουμπούκια σταμάτησαν ν’ ανοίγουν,
από πού αυτή η μελαγχολία, αυτός ο φόβος που ορθώνεται,
αυτή η διαμάχη..
με την ζωή – που απαιτεί νόημα;
Η τρελή αναζήτηση της ωριμότητας είναι το τίμημα
της ελευθερίας,
η θλίψη που δεν σ’ αφήνει, να είσαι παιδί…

Πάτρικ Κάβανο

Η παπαδιά (Γεώργιος Σουρής)

Η κυρά ενός παπά
ένα διάκο αγαπά
και πολύ μ’ αυτόν τα έχει…
και ο άντρας της κοιτά
τα πολλά της χωρατά
και για τούτον πέρα βρέχει.
Επερνούσαν μια χαρά
έως ότου μια φορά
έγινε παπάς βαρβάτος
και ο διάκος, ο αφράτος.
Κι ο παπάς της ο φτωχός
διόλου δεν εφθόνησε,
και ο ίδιος μοναχός
τον εχειροτόνησε.
Τίγκι, τούγκ!… μεγάλη σχόλη.
“Άξιος!” φωνάζουν όλοι
νέοι, γέροι και παιδιά.
Μα με όλο της το νάζι
“Υπεράξιος!” φωνάζει

Μαντινάδες

Μαντινάδα λέγεται το δίστιχο που εκφράζει κάποιο μήνυμα, μαντάτο, κάτι ως ο χρησμός, διαφορετικά έχουμε απλώς δίστιχο. Η αιτία άλλωστε και για την οποία αφενός όταν ειπωθεί μια μαντινάδα, οι άλλοι προσπαθούν να μαντεύσουν σε ποιο απευθύνεται ή τι μήνυμα περικλείει και αφετέρου άλλο μαντιναδολόγος (αυτός που γράφει μαντινάδες) και άλλο ριμαδόρος ( = αυτός που γράφει δίστιχα, ρίμες = ομοιοκαταληξίες).

Η μαντινάδα τη δουλειά του τηλέγραφου κάνει
πέμπει ο νιος τα σήματα κι η κοπελιά τα πιάνει
(Γ. Λέκας, πρόεδρος Κρητών στιχουργών)
Καράβι της παράδοσης είναι η μαντινάδα
Και κουβαλά νοήματα, ήθος και νοστιμάδα (Κ. Καλέργης, συγγραφέας)
Απλώς και κατ’ επέκταση «μαντινάδα» λέγεται κάθε δεκαπεντασύλλαβο και ομοιοκατάληκτο δίστιχο που εκφράζει κάποιο συναίσθημα ή δίδει κάποια πληροφορία ή διαπίστωση κ.α.
Σαν είναι ο τράγος δυνατός, δεν τονε σταίνει (κρατά) η μάντρα
Ο άνδρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα
(Ελευθέριος Βενιζέλος)
Στέλνω σου χαιρετισματα μ’ έν’ άσπρο περιστέρι = 15 συλλαβές = ο 1ος στίχος
Κι η Παναγία κι ο Χριστός γρήγορα να σε φέρει. = 15 συλλαβές = ο 2ος στίχος

Η λέξη μαντινάδα ετυμολογικά παράγεται από τα θέματα των λέξεων: μαντεύω + άδω. Η λέξη μάντις – μαντεύω σημαίνει προ-μηνύω, προ-φητευω, προ-μαθαίνω κ.α., άρα χρησμολογώ., παραγωγή από τη ρίζα των λέξεων: μάω – μαίομα, μάνις ή μήνις (η), μηνύω, μήνυμα (το) κ.α. Η λέξη «(κ)άδω»> άδω σημαίνει τραγουδώ, ψάλω κ.τ.λ. απ΄όπου και τα λατινικά ca(n)do, candada ή cantata = ελληνικά καντάδα κ.α.

Κατ’ άλλους η λέξη μαντινάδα προέρχεται από το βενετσιάνικο matinada = ιταλικά mattino. Ωστόσο η βενετσιάνικη λέξη mane > mattino σημαίνει η αυγή, άρα έχει έννοια που δε συνάδει προς αυτή της ελληνικής λέξης «μαντινάδα». Αντίθετα η λέξη μαντινάδα είναι σχετική με τις λατινικές λέξεις mano ή mando > mandatum ( = το μαντάτο), manifesto (= η εντολή) κ.α. Λέξεις που είναι της αυτής ρίζας με τα ελληνικά: μήνις ή μάνις (η), μηνύω, μήνυμα, μαντεύω …. Παράβαλε και ότι όταν λέμε π.χ. «τα άκουσες τα μαντάτα» είναι σα να λέμε «μάντεψε τι μήνυμα ή συναισθήματα κ.τ.λ. σου φέρνω».
Σημειώνεται επίσης ότι:
1) Οι μαντινάδες είναι απρόσωπος λόγος, δηλαδή δεν φανερώνουν είτε το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται είτε το μήνυμα που περικλείουν (το περιεχόμενό τους) και γι αυτό άλλωστε και καλούνται έτσι, από το μαντεύω – μαντινάδα.

2) Οι μαντινάδες είναι και ο λόγος έκφρασης της μαντικής, του κλήδονα. Δηλαδή οι μαντινάδες είναι αφενός χρησμολογία και αφετέρου κάτι ως οι ψαλμοί στη Θρησκεία.

Αντιγραφή από τον Κρασανάκη

Η Μαρίκα η δασκάλα (Ρούκουνας)

Ἕνα παλιό ρεμπέτικο τραγούδι, γραμμένο ἀπό πρακτικά ἀγράμματους μουσικούς. Ἀπολαῦστε τόν γρήγορο καί ἄμεσο στίχο (δυστυχῶς χωρίς τήν ἀπίθανη ἐκτέλεση τῶν ἐπίσης ἀγράμματων μουσικῶν). Τέλος κάνετε μία σύγκριση μέ τά σημερινά «σουξέ» τοῦ ἑνός στίχου καί τῶν ἑκατό ἐπαναλήψεων τοῦ ρεφραίν.
Ἡ Μαρίκα ἡ δασκάλα
πώχει σπίτια δυό μεγάλα
τό πρωί στίς ἕξι βγαίνει
καί στήν ἀγορά πηγαίνει.
Τό καλάθι της κρατάει
καί μέ ὄρεξη κοιτάει
νάβρει τρυφερό μοσχάρι
ἤ κανένα φρέσκο ψάρι.
Ἕνας νιός λεβέντης πρώτης
ὁ ψαράς ὁ Παναγιώτης
τήν δασκάλα τήν γνωρίζει
καί τηνε καλημερίζει.
Ἔχω δυό λαβράκια φίνα
πούρθαν τώρ’ ἀπ’ τήν Ραφήνα
πάρε τόνα νά τό βράσεις
μία ψαρόσουπα νά φτιάξεις.
Τό λαβράκι δέν μοῦ κάνει
θέλω ψάρι γιά τηγάνι
κι ἄν δέν ἔβρω παλαμίδα
παίρνω γόπα ἤ μαρίδα.
Κι ἄν δέν ἔβρω τέτοια ψάρια
παίρνω μία ὀκά μπατζάρια
βάζω καί λιγάκι λάδι
καί μασάω καί τό βράδυ.
Ἔτσι κάθε μέρα βγαίνει
κι ὅμως τίποτα δέν παίρνει
ἡ τσιγκούνα ἡ δασκάλα
πώχει σπίτια δυό μεγάλα.
Κάθε τρυφερό τσ’ ἀρέσει
μά φοβᾶται νά ξοδέψει
κι ἔτσι ἀπ’ τήν τσιγκουνιά της
μένει ἄδεια ἡ κοιλιά της.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ἕνα ξεχασμένο ποίημα τοῦ ξεχασμένου Πολέμη πού ποτέ δέν θά διαβάσει ἡ νεολαία, ὅπως εἶχα ἐγώ τήν τύχη νά κάνω στό σχολεῖο…

-Παπά, μία κόρη ἀγάπησα
καί μ’ ἀγαποῦσε σάν τρελή
μία μέρα τήν ἀγκάλιασα,
πῆρα τό πρῶτο της φιλί.
Παπά τί συλλογᾶσαι;

-Ἄν τήν ἀγάπησες πολύ,
συχωρεμένος νά` σαι.

-Μία μέρα ἐκείνη ἐρίχτηκε
στήν ἀγκαλιά μου ντροπαλή,
κι ἁμάρτησα κι ἁμάρτησε
ὄχι μονάχα μέ φιλί.
Παπά τί συλλογᾶσαι;

-Ἄν τήν ἀγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να’ σαι.

-Μία μέρα τήν παράτησα
τήν ὄμορφην ἁμαρτωλή
καί δέν τῆς ξαναζήτησα
μητ` ἀγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά, τί συλλογᾶσαι;

-Δέν τήν ἀγάπησες πολύ,
καταραμένος νά` σαι.

Θανάσης Βάγιας (του Βαλαωρίτη)

Στο ποίημα αυτό του Βαλαωρίτη αναφέρεται ο Θανάσης Βάγιας. Ήταν ο προδότης του Γαρδικιού, καθώς μαρτύρησε στον Αλή Πασά το μυστικό πέρασμα, για να μπορέσει να κάμψει τη σθεναρή αντίσταση των Γαρδικιωτών. Κάπου είχα διαβάσει ότι τελικά δεν είχε προδώσει αυτός αλλά δεν θυμάμαι πλέον λεπτομέρειες.
Α’
Η Φτωχή
-“Ελεημοσύνη Χριστιανοί, κάμετ’ ελεημοσύνη,
έτσι ο Θεός παρηγοριά κι αγάπη να σας δίνει.
Ελεημοσύνη κάμετε στην έρημη τη χήρα”!
Φτωχή γυναίκα φώναζε σ’ άλλης φτωχής τη θύρα.
-“Η νύχτα, τ’ αστραπόβροντα, το χιόνι δε μ’ αφήνει
να πάγω μπρος. Χριστιανοί, κάμετ’ ελεημοσύνη!
Ανοίξετέ μου… πέθανα… κι εγώ Θεό λατρεύω…
Ανοίξετέ μου, Χριστιανοί, έμαθα να νηστεύω
και το ψωμί σας δε ζητώ, δε θέλω να το πάρω.
Φτωχός φτωχόνε συμπονεί, γλυτώστε μ’ απ’ το Χάρο.
Με φτάνουνε δυο κάρβουνα, με φτάνει το φυτίλι
που κάθε βράδυ ανάφτετε, που καίτε στο καντήλι,
εμπρός στη Μάνα του Θεού, εμπρός εις τη Παρθένο…
Ελεημοσύνη, λίγο φώς… προφτάστε με… πεθαίνω…”

Β’
-“Μάνα μου ξύπνα, δεν ακούς; Τη θύρα μας χτυπάνε”.
-“Αγέρας δέρνει τα κλαριά του λόγγου και βογγάνε”.
-“Σκιάζομαι μάνα, σα πουλί φεύγει, πετά η καρδιά μου”.
-“Είναι σκυλιά που ρυάζονται. Πέσε στην αγκαλιά μου”.
-“‘Ακουσα κλάψες και φωνές”.
-“Θα τα δες στ’ όνειρό σου.
Κοιμήσου, γύρισ’ από ‘δω και κάμε το σταυρό σου”.

Γ’
-“Ακούω στη θύρα μας σα βογγητό,
σα ψυχομάχημα. Θα πά’ να δω”.
Σκώνετ’ η δύστυχη και πα να δει.
Στο χώμα κοίτεται ένα κορμί.
Αχνό το πρόσωπο και τα μαλλιά
ξήπλεγα σέρνονταν στη τραχηλιά,
τα χέρια κρούσταλλο, σιδερωμένα
μέσα στο κόρφο της τα χει χωμένα.
-“Παιδί μου, πρόφτασε, δος μου βοήθεια,
εκείνα π’ άκουσες ήταν αλήθεια”.
Στα χέρια γλήγορα τη ξένη παίρνουν
και στο κρεβάτι τους τη συνεφέρνουν.
-“Σύρτε παιδάκια μου ν’ αναπαυτείτε.
Είναι μεσάνυχτα, να κοιμηθείτε”.
-“Καλό ξημέρωμα, καλή αυγή,
κοιμήσου ήσυχη, μαύρη φτωχή”!
Αντάμα πέσανε μάνα, παιδί,
τα μάτια κλείσανε σ’ ύπνο βαθύ.
Η ξένη, δύστυχη, δε κλει το μάτι.
Τι να την ηύρηκε μες στο κρεβάτι;

Δ’
Ο Βρυκόλακας
-“Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον ‘Αδη;
Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη…
Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
‘Ασε με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.
Το κρίμα που ‘καμες με συνεπήρε.
Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.
Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση τι έκαμα και με τρομάζεις;
Πως είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα…
Πες μου… δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;
Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου…
Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, για δες… πετάνε
κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.
Πες μου πουθ’ έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
Μες απ’ το μνήμα σου γιατί να βγεις;
Πες μου πουθ’ έρχεσαι; Τι ‘λθες να δεις”;

Ε’
-“Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
κι εκεί οπού ‘στεκα σαβανωμένος,
βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,
έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
ακούω που φώναξε: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α
σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
και θα σε πάρουνε να πάτε κει-.
Τα λόγια τ’ άκουσα και τ’ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.
-Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,
έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι-.
Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.
Και σα με βρήκανε όλοι με μια
έξω απ’ του τάφου μου την ερημιά,
γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.
Πετάμε, τρέχομε, φυσομανάει,
το πέρασμά μας κόσμο χαλάει.
Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ’ η γη.
Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σα ν’ αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.
Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας: Θανάση Β άγια\-.
Έτσι εφτάσαμε σ’ εκειά τα μέρη,
που τόσους έσφαξα μ’ αυτό το χέρι.
Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
Μου ‘δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
Για δες το στόμα μου, το ‘χω βαμένο.
Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
κάποιος εφώναξε… στέκουν κι ακούνε.
-Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή-.
Εδώθε μπαίνουνε μες την αυλή.
Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
Με παρατήσανε… Κανείς δε μένει.
Κρυφά τους έφυγα και τρέχω ‘δω,
με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ”.

ΣΤ’
-“Θανάση σ’ άκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στο μνήμα σου να πας είν’ ώρα”.
-“Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
θέλω απ’ το στόμα σου τρία φιλιά”.
-“Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα”.
-“Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Μου πήρ’ η κόλαση κειό το φιλί”.
-“Φέυγα και σκιάζομαι τ’ άγρια σου μάτια.
Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
Απ την αχάμνια τους λες κι είν’ μαχαίρια”.
-“Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι ‘γω
κείνος π’ αγάπησες, ένα καιρό;
Μη με σιχαίνεσαι, είμ’ ο Θανάσης”.
-“Φεύγ’ απ’ τα μάτια μου, θα με κολάσεις”.
Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ’ αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.
Τήνε ξεγύμνωσε… το χέρι απλώνει…
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει…
Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ’ το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο…
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.
Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ’ το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: Θανάση Βάγια!

Ζ’
-“Ξύπνα παιδί μου κι η αυγή απ’ το βουνό προβαίνει,
ξύπνα ν’ ανάψωμε φωτιά κι η ξένη μας προσμένει”.
-“Καλή σου μέρα μάνα μας, ησύχασες κομμάτι”;
-“Λίγο κοιμώμαι η δύστυχη, δεν έκλεισα το μάτι.
Έχετε γεια, έχετε γεια, πρέπει να σας αφήσω.
Είναι μακρύς ο δρόμος μου και πότε θα κινήσω”;
-“Γιατί δε μας εξύπνησες κι έμεινες μοναχή σου;
Σύρε μανούλα στο καλό και δος μας την ευχή σου”.
-“Για το καλό που κάματε, για την ελεημοσύνη,
ύπνο γλυκό ο Κύριος κι ήσυχο να σας δίνει.
‘Αλλο καλό να σας ‘φχηθώ στο κόσμο μας δε ξεύρω,
νύχτα και μέρα το ζητώ και δε μπορώ να εύρω”.
-“Μάνα, η φτώχεια είναι κακή γιατί έχει καταφρόνια”.
-“Τα πλούτη τα δοκίμασα, περάσαν με τα χρόνια”.
-“Μέσα στο λόγγο οι δύστυχοι ζούμε κι εμείς σα λύκοι,
απ’ τον καιρό που χάλασε το έρμο το Γαρδίκι”.
Ω δυστυχιά μου! Ω δυστυχιά! Ο κόσμος θα χαλάσει!
Και ποιόνε μελετήσανε; Το Βάγια το Θανάση!
-“Κι εγώ είμ’ η γυναίκα του. Κάμετε το σταυρό σας,
πάρτε λιβάνι, κάψετε, να διώξτε τον εχτρό σας.
Εψές τη νύχτα μπήκε ‘δω, εστάθηκε σιμά μου…
Σχωρέστε τόνε, Χριστιανοί, κλάψτε τη συμφορά μου…
“Παίρνει το λόγγο. Το παιδί κι η μάνα ανατριχιάζουν
και το σταυρό τους κάνοντας, τρέμουν που τη κοιτάζουν.

Πρωτοχρονιάτικο (Βάρναλης)

Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ
μὲ λαδωμένες μποῦκλες
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι
καὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι, ἀκαμάτηδες,
τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στὰ μαλάματα
κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.
Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ
(γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο,
καθένας νταμιτζάνα!
Κι ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ
ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι ἀβάσταγες ἐνιώσανε
φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.
Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε:
«Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι καὶ γερόντισσες,
παιδάκια καὶ μητέρες
κ᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν
σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα
καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».