Ἀρχεῖα κατηγορίας: Διάσημοι και άσημοι Έλληνες

25η Μαρτίου, Μακρυγιάννης και σύγχρονοι Έλληνες

Έχετε διαβάσει τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη;
Προφανώς όχι!

Ούτε και εγώ γιατί από το λίγο που τα κοίταξα μου προκάλεσαν τέτοια θλίψη που προτιμώ να μην μάθω όλα αυτά τα οποία έπραξε αυτός ο ήρωας και να τα συγκρίνω με την σημερινή κατάντια μας. Αρκεί να διαβάζω μερικούς τίτλους των εφημερίδων και να βλέπω την νεοελληνική αθλιότητα σε όλο της το μεγαλείο. Αθλιότητα η οποία επιζεί από το 1821.
Και προς υπεράσπισήν μου ορίστε τα αποδεικτικά στοιχεία.
Από την αρχή του κειμένου του πήρα αυτά τα αποσπάσματα:

1] ..εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν…
2] …οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος το ’φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία…
3] …και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών…

Από το τέλος του κειμένου του πήρα επίσης αυτά τα αποσπάσματα:
1] ..Λένε του αδερφού του Κορφιωτάκη• «Ο αδερφός σου έφαγε τόσα εθνικά υποστατικά και χρήματα του Έθνους• διατί να δώση της χήρας τώρα το Έθνος και τρακόσες δραχμές τον μήνα; – Ήταν άξιος και τα πήρε όλα αυτά, λέγει, κι’ από την αξιότη του αυτείνη τον έβαλε κι’ ο Βασιλέας δυο βολές υπουργόν, μίαν εις την Οικονομίαν (και διόρθωσε όλα αυτά οπού είχε κάμη και πήρε κι’ άλλα) – τώρα δι’ αυτά πλερώστε και τρακόσες δραχμές τον μήνα!» …
2] …Κάνει το νομοσκέδιον ο Χρηστίδης, ο υπουργός ο τωρινός της Οικονομίας. Πουλεί κι’ αυτός το σμυρίδι έντεκα δραχμές το καντάρι• του δίνουν δεκάξι• «Το ’δωσα τώρα» λέγει…
3] …Πιάνει ο Μπάλμπης, οπού ήταν υπουργός της Οικονομίας, τον συναδερφόν του τον Γιωργαντά Νοταρά, υπουργόν του Εσωτερκού, και του ζητεί τα όσα έχει κατακρατήση του Έθνους, 350 χιλιάδες δραχμές. «Κι’ αν δεν τα δώσης, του λέγει, δεν συνεδριάζομεν μαζί• απαρατιώμαι». Του λέγει ο Βασιλέας• «Είναι δεχτή η απαραίτησή σου». Κι’ απαρατήθη. Κι’ άλλα κι’ άλλα πλήθος τοιούτα…
4] …Ψάξετε της ’φημερίδες, τηράτε και τα πραχτικά των Βουλών, μ’ όλον οπού ’ναι τέτοιες Βουλές οπού ’περασπίζονται την κλεψιά και ’διοτέλεια και πολεμούνε την δικαιοσύνη…

Παρ’ όλα αυτά, αν θέλετε να διαβάσετε κάτι της προκοπής κατεβάστε από εδώ τα δύο κείμενα. Και σας προτείνω να τα αγοράσετε, γιατί ένα βιβλίο είναι πάντα καλύτερο από τα ηλεκτρονικά αρχεία. Η τιμή τους αρχίζει από τα επτά ψωροευρώ και φτάνει μέχρι τα τριάντα περίπου, ανάλογα με τον εκδοτικό οίκο.
Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα
Μακρυγιάννη βιογραφία

Χριστόφιλος: ο «τρελός» Έλληνας

Είναι κρίμα που στο Ελλαντιστάν των πουλημένων πολιτικών και των ηλιθίων ψηφοφόρων έχει δημιουργηθεί κλίμα δίωξης των ντόπιων εγκεφάλων. Ο Χριστόφιλος γεννήθηκε στο Αμέρικα από έλληνες μετανάστες. Επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά ΦΥΣΙΚΑ ξαναγύρισε στην Αμερική όπου -παρ’ όλα τα στραβά και άσχημά τους- κοιτάνε αν μπορείς να κάνεις δουλειά και όχι αν έχεις «μπάρμπα στην Κορώνη». Συνέχεια

Τάδε έφη Ιωάννης Καποδίστριας

Ορίστε και ένας υποψήφιος, τον οποίον δεν θα έβαζε στα ψηφοδέλτιά του κανένα κόμμα. Και το πιθανότερο ούτε εσείς θα τον ψηφίζατε γιατί αμφιβάλω εάν θα σας έταζε ποτέ τίποτα.
Αυτά είναι τα λόγια του Ιωάννη Καποδίστρια, λόγια που μόνο θλίψη προκαλούν σήμερα.

«…Ελπίζω ότι όσοι εξ´ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ´ εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ´ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της…»
«…εφ´ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν».
Ιωάννης Καποδίστριας

Πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, προς την Δ´ Εθνοσυνέλευση.

 ΦΥΣΙΚΑ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ!
Αυτό δεν είναι περίεργο αφού ήθελε να εξαλείψει την διχόνοια και τις φατρίες στην δύσμοιρη χώρα μας.

Τα υπόλοιπα για την δράση του μπορείτε να τα διαβάσετε στην Βικιπαιδεία.
Είναι πολλά αλλά κάπου κάπου λίγο διάβασμα δεν βλάπτει. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο το βρακί της Τζούλιας.

Τιμή και δόξα στους πολεμιστές

ΜΠΙΚΑΚΗΣ ΚΑΤΑΔΡΟΜΕΑΣ ΕΛΔΥΚ… ΙΣΩΣ ΑΝ ΤΟΝ ΛΕΓΑΝΕ ΚΕΜΑΛ…

Για σένα που έφυγες νωρίς. Χωρίς τιμές και επικήδειους.

Από κείνους που εκφωνούν χείλη σφιγμένα απ τη συγκίνηση και φωνές που τρέμουν από τον κόμπο…
Γιατί το “ζήτημα θεωρείται λήξαν. Υφίσταται νομικό κενό”, μας είπαν οι αρμόδιοι.
Κατά πως τόθελες λοιπόν, με μαντινάδες και κρασί σε αποχαιρέτησαν οι λιγοστοί σου φίλοι
Μάζεψα κι εγώ σήμερα λίγες λέξεις- καθώς λόγιος δεν είμαι- να πω για σένα στα παιδιά.
Για να σε θυμούνται σ’ αυτό το τόπο αυτοί που θάρθουν.ΚΑΤΑΔΡΟΜΕΑΣ ΜΠΙΚΑΚΗΣ.
Φόρος τιμής σε ένα άγνωστο ήρωα που οι Τούρκοι ,τεθωρακισμένοι και πεζικάριοι , γνώρισαν τον ίδιο τον θάνατο από τα χέρια του .Η προδοσία της Κύπρου βρίσκεται σε εξέλιξη , ο Αττίλας προχωράει και η 36η Μ.Κ. βρίσκεται στην Μεγαλόνησο να υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη . Ανάμεσα σ’ αυτούς ένας απόγονος των Μινωιτών τοξοτών ,του Δασκαλογιάννη ,του Γιαμπουδάκη ,ο καταγόμενος από το χωριό Ασή Γωνιά στα σύνορα Ρεθύμνου – Χανίων καταδρομέας Μπικάκης.
Ηρωική μορφή των μαχών ανάμεσα σε όλες τις άλλες των Ελλήνων πολεμιστών της Α΄Μοίρας της ΕΛΔΥΚ και των Κυπρίων καταδρομέων, που συμμετείχαν σε αυτές, ανεδείχθη ο καταδρομέας Μανώλης Μπικάκης, Η μοίρα χωρίζεται σε ζευγάρια έχοντας βαρύ οπλισμό ,μερικά οπλοπολυβόλα και ΠΑΟ .
Σε ένα από αυτά ο Μπικάκης μαζί με τον έτερο κρητικό Μπιχανάκη καλούνται να υπερασπιστούν την περιοχή αριστερά της αντιπροσωπίας της “Ford” ,γνωστό ως ανώνυμο λόφο αφού οι Τούρκοι προωθούνται στα προάστια της Λευκωσίας .
Ο Μπιχανάκης μεταφέρει και εναποθέτει 8 βλήματα ΠΑΟ και ο Μπικάκης με το ΠΑΟ του παρατηρεί τον χώρο και το πεδίο βολής που του έδινε .Υπό συνεχή βροχή από όλμους των 4,2 χιλιοστών των Τουρκων , ο Μπικάκης μετακινείται προς άλλο σημείο, πιστεύοντας ότι ο Μπιχανάκης τον είχε αντιληφθεί, όμως απορροφημένος από την μεταφορά των βλημάτων δεν είδε την μετακίνηση του Μπικάκη και αμέσως άρχισε να τον καλεί χωρίς να λαμβάνει απάντηση . Γύρισε πίσω και ανάφερε την απώλεια του συντρόφου του .Όμως ο Μπικάκης ζει και με την σειρά του ψάχνει τον σύντροφο του ,νομίζοντας ότι σκοτώθηκε .Δεν παίρνει απάντηση αφού το μόνο που ακούει είναι οι εκρήξεις από τους όλμους των Toύρκων.
Παρόλο που γνωρίζει ότι είναι μόνος δεν λιποψυχεί αλλά μένει στη θέση του ,ακολουθώντας τις εντολές που είχε. μία ανεπανάληπτη και ανορθόδοξη αναμέτρηση ανάμεσα στον ΑΝΘΡΩΠΟ και στις μηχανές.
Τοποθετεί το βλήμα ,φέρνει το ΠΑΟ στον ωμό του και το μάτι του στην διόπτρα .Έρχονται 6 άρματα Μ-48-Α2 και πίσω τους ένα Τουρκικό τάγμα πεζικού .Στα 300 μέτρα εγκλωβίζει το 1ο άρμα και στα 270 μέτρα το κάνει παλιοσίδερα ,αναγκάζοντας τα δυο άτομα του πληρώματος να το εγκαταλείψουν .Αλλάζει θέση, εγκλωβίζει το 2ο άρμα και το τυλίγει στις φλόγες χωρίς να γλιτώσει κανείς .Στα 200 μέτρα καταστρέφει και το 3ο άρμα ,ενώ οι Τούρκοι τον ψάχνουν σαν τρελοί ,αλλάζει θέση και καταστρέφει και το 4ο μην αφήνοντας κανένα ζωντανό .
Τα δυο εναπομείναντα άρματα φοβούνται και κρύβονται ,όμως το 5ο κάνει το λάθος και εμφανίζεται δίνοντας την ευκαιρία στο Μπικάκη να το στείλει από εκεί που ήρθε. Το 6ο και τελευταίο οπισθοχωρεί ελπίζοντας ότι θα γλιτώσει 700 μέτρα μακριά από τον Μπικάκη , αυτός όμως το καταστρέφει και αυτό. Τα πληρώματά τους, που μέρες πριν έκαιγαν άμαχους, γυναίκες, ιερείς και παιδιά, κάηκαν σε λίγα λεπτά από τον μοναχικό Κρητικό εκδικητή.Θαρρείς κι ήταν ένα μακάβριο παιγνίδι θανάτου, που από Θεία θέληση έπρεπε να το κερδίσει ο Ανθρωπος..
Οι πεζικάριοι βλέποντας το θάνατο μπροστά τους τρέχουν να καλυφθούν στη σχολή Γρηγορίου .Τα δυο εναπομείναντα βλήματα του Μπικάκη ρίχνονται στο ισόγειο και στον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Ποσά πτώματα μέτρησαν οι Τουρκοι στο κτίριο δεν μαθεύτηκε ποτέ . ..
Παρέμεινε τέσσερις μέρες χωρίς τροφή, πολεμώντας με ένα πολυβόλο που βρήκε πεταμένο στον διπλανό λόφο, και έχοντας δίπλα του τη φωτογραφία της Ελένης που τον περίμενε στη Κρήτη.

Ο Καταδρομέας Μπικάκης (όπως και κανένας άλλος Αξιωματικός ή οπλίτης από όσους έλαβαν μέρος στην άνιση τούτη μάχη) δεν έλαβε ποτέ κάποια ηθική αμοιβή ή έπαινο. Η πρόταση του Διοικητού του, για άμεση απονομή του χρυσού Αριστείου Ανδρείας, έμεινε για πάντα στα συρτάρια των “ΗΓΕΤΩΝ”.
Από ένοχη σιωπή; Από ντροπή; Από προκατάληψη; Κανένας ποτέ δεν έμαθε.
Όταν απολύθηκε από το Στρατό, εργάστηκε σαν οικοδόμος. Έκανε οικογένεια και παιδιά. Άφησε την τελευταία του πνοή σε τροχαίο ατύχημα το 1994, στην εθνική οδό Αθηνών Πατρών, φεύγοντας από τη ζωή -όπως κι άλλοι μαχητές καταδρομείς, Ελδυκάριοι και κυβερνήτες των Νοράτλας- με την πίκρα της μη αναγνώρισης.
Τιμήθηκε μετά θάνατον από την Λέσχη Καταδρομέων Ημαθίας.
Η τιμητική πλακέτα απεστάλη από τον -εν ζωή τότε- Πρόεδρο της Λέσχης Δρούγκα Στέφανο, στους Γονείς του στην Κρήτη.
Κανένας Δάσκαλος ή ιστορικός δεν μίλησε ποτέ στους μαθητές του γι αυτόν. Κανένας ποιητής δεν αφιέρωσε λίγη απ τη σοφία του για κάποιες αράδες από λέξεις.έστω για ένα τραγούδι.
Σε ολάκερη την Ελλάδα, μήτε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη, δεν υπήρξε ποτέ κάποιος δρόμος που να χωρέσει το όνομά του.
Ίσως αν τον λέγανε Κεμάλ.
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ.
“Πότε θα ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;.
Πότε θα έρθουν καινούργιοι Ανθρωποι, να συνοδεύσουνε τη βλακεία στην τελευταία της κατοικία;.
“ΣΕΦΕΡΗΣ
ΥΓ. Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΧΕΙ ΥΔΡΙΣΕΙ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΟ ΠΟΥ ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΙΜΗΣΕΙ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ-ΗΡΩΕΣ ΤΟΥΣ ΚΟΡΟΪΔΕΥΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΟΤΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΔΩΣΕΙ ΓΗ।
ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΥΤΟ ΚΑΠΟΙΟΙ ΕΖΗΣΑΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΕΠΙ 15 ΧΡΟΝΙΑ ΕΔΙΝΑΝ ΑΡΚΕΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΤΕ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΠΑΝΤΑ।
ΤΗΝ ΓΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΠΑΙΝΟΥΣ ΟΣΟ ΤΟΥΣ ΕΙΔΕ Ο ΚΑΤΑΔΡΟΜΕΑΣ ΜΠΙΚΑΚΗΣ
ΑΛΛΟ ΤΟΣΟ ΤΟΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

ΠΗΓΗ:
ΑΕΤΟΙ-ΕΛΛΑΣ

Ίππαρχος

Ο «Αρχηγός των αλόγων», ο Ίππαρχος γεννήθηκε γύρω στο 190 π.Χ. και πέθανε το 120 π.Χ. Θεωρείται από πολλούς σαν ο πατέρας της Αστρονομίας. Ήταν μαθηματικός, αστρονόμος, γεωγράφος και χαρτογράφος. Ήταν ένας παθιασμένος άνθρωπος και ασχολιόταν λεπτομερώς με κάθε θέμα που τον ενδιέφερε. Έτσι τα επιτεύγματα του είναι εντυπωσιακά:
-Έγραψε δεκαοκτώ βιβλία από τα οποία τα δεκαεπτά χάθηκαν κατά τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Ευτυχώς όμως διάφοροι συγγραφείς έσωσαν αποσπάσματα στα βιβλία τους.
-Είναι ο πρώτος που διαίρεσε τον κύκλο σε 360 μοίρες, χρησιμοποιώντας αυτήν την διαίρεση στα οπτικά όργανα.
-Χρησιμοποιώντας τις μέχρι τότε αστρονομικές παρατηρήσεις, αλλά και τις δικές του για την κίνηση του Ήλιου και της Σελήνης, δημιούργησε μαθηματικά μοντέλα περιγραφής των κινήσεών τους.
-Σαν μαθηματικός που ήταν έκανε τριγωνομετρικές έρευνες και έφτιαξε τον πρώτο στην ιστορία τριγωνομετρικό πίνακα.
-Υπολόγισε ότι το ηλιακό έτος είναι 365,242 ημέρες. Όμως έκανε ένα τεράστιο λάθος 17 δευτερολέπτων, αφού σήμερα υπολογίσαμε το έτος σε 365,242199 ημέρες!
-Τελειοποίησε ένα προϋπάρχον όργανο που επέτρεπε την μέτρηση της απόστασης και του μεγέθους του Ηλίου και της Σελήνης.
-Υπολόγισε τη διάμετρο της Σελήνης.
-Υπολόγισε τη απόστασή της από την Γη.
-Ανακάλυψε ότι η απόσταση αυτή δεν είναι σταθερή.
-Τελειοποίησε διάφορα όργανα αστρονομικής παρατήρησης όπως η Κλεψύδρα, ο Γνώμονας, το Υδρολόγιο, το Ηλιοτρόπιο, το Ηλιο-ωρολόγιον, το Καθετίον, οι Κρίκοι και η Στερεά σφαίρα.
-Δημιούργησε τον πρώτο στην Ευρώπη κατάλογο αστεριών.
-Επινόησε την μέτρηση του μεγέθους των αστέρων από την φωτεινότητά τους, μέθοδος που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα.
-Εφεύρε τον Αστρολάβο, για να μετράει τις συντεταγμένες των αστεριών.
-Ανακάλυψε την μετάπτωση των ισημεριών.
-Τέλος είναι ο πρώτος που κατασκεύασε Υδρόγειο σφαίρα.
Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι ίσως βρέθηκε ένας χαμένος χάρτης του Ίππαρχου. Ένα ρωμαϊκό άγαλμα του Άτλαντα γνωστό ως «Άτλαντας του Φαρνέζε» στο Μουσείο της Νάπολης έχει επάνω στην υδρόγειο που κρατάει έναν χάρτη. Οι ερευνητές πρόσεξαν ότι τα αστέρια του χάρτη είναι τοποθετημένα έτσι όπως πρέπει να φαινόντουσαν την εποχή του Ιππάρχου. Έτσι λοιπόν ανακοινώθηκε ότι ίσως βρέθηκε ο χαμένος του χάρτης.
Άσχετα με το αν είναι αλήθεια το άρθρο, πρέπει να δούμε το κρυφό γεγονός που συνήθως διαφεύγει της προσοχής μας.
Οι ξένοι ασχολούνται με θρησκευτική ευλάβεια και με κάθε λεπτομέρεια των αρχαιολογικών ευρημάτων. 
Εμείς στην καλύτερη περίπτωση τα αποθηκεύουμε σε υπόγεια, αφού συνήθως τα αφήνουμε στην τύχη τους.

Ευάγγελος Κλωνής: ο Άγνωστος Έλληνας Στρατιώτης

Esquire, Νοέμβριος 2004
Είναι ίσως η διασημότερη φωτογραφία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, τραβηγμένη από τον σπουδαίο Γιουτζίν Σμιθ. Δείχνει καλύτερα από κάθε άλλη τη γενναιότητα και το θάρρος του ανώνυμου Αμερικάνου φαντάρου που πολέμησε για την ελευθερία. Με το τσιγάρο να κρέμεται μάγκικα στα χείλη, και με ένα βλέμμα που τσακίζει κόκαλα, αυτός ο στρατιώτης έγινε το σύμβολο της Μεγαλύτερης Γενιάς των Αμερικάνων.

Αυτός ο στρατιώτης, όμως, δεν είναι Αμερικανός.

Λέγεται Ευάγγελος Κλωνής. Είναι Έλληνας.

Ο Ατλαντικός ήταν γκρίζος, και η συννεφιά ήταν βαριά. Υπήρχε παντού η μυρωδιά της θάλασσας, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των κυμάτων. Είχε φουσκοθαλασσιά, και τα αποβατικά σκάφη, τα επονομαζόμενα «σκάφη Χίγκινς», από τον ιδιοφυή μπεκρή που τα είχε σχεδιάσει, λικνίζονταν σαν καρυδότσουφλα καθώς πλησίαζαν την ακτή. Πολλοί έκαναν εμετό. Μερικοί επειδή ζαλίζονταν από τη θάλασσα.Ο Βαγγέλης είχε στο πλάι του τον Ιρλανδό, όπως πάντα. Ήταν κολλητοί φίλοι εδώ και μήνες, απ’ το Σαουθάμπτον, όπου περίμεναν πότε θα έρθει η ώρα για την απόβαση. Στέκονταν στοιβαγμένοι μέσα στο Χίγκινς με καμιά τριανταριά άλλους, όλοι τους νέοι, ντυμένοι στα χακί, με τα κράνη στο κεφάλι, και ένα μεγάλο κόκκινο «1» στον ώμο, το σήμα της 1ης Μεραρχίας Πεζικού, της θρυλικής Big Red One.

Ήταν 6 Ιουνίου του 1944. D-Day

Και ήταν 6:30 το πρωί. Αυτό ήταν το πρώτο κύμα της απόβασης της Νορμανδίας. Ο Βαγγέλης στεκόταν σιωπηλός δίπλα στον Ιρλανδό και σκεφτόταν την Κεφαλλονιά. Και μετά ο πυθμένας του Χίγκινς έγδαρε την άμμο της Όμαχα Μπιτς, και η πόρτα άνοιξε, και οι φαντάροι της Big Red One ξεχύθηκαν στο σφαγείο.

Οι Κεφαλλονίτες είναι μια ιδιόμορφη κατηγορία Ελλήνων. Πολλοί τους αποκαλούν μουρλούς, και πολλοί το παραδέχονται κιόλας, αλλά το σίγουρο είναι ότι στην ιστορία τους έχουν να παρουσιάσουν τα πιο ασυνήθιστα επιτεύγματα από όλους τους Έλληνες. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Γεράκης, έγινε αντιβασιλιάς στο Σιάμ ( σημερινή Ταϊλάνδη ) . Ένας άλλος, ο Ιωάννης Φωκάς, έκανε το 1592 τον περίπλου του Καναδά και πέρασε στον Ειρηνικό, όπου το στενό ανάμεσα στο Βανκούβερ και την ηπειρωτική χώρα έχει ακόμα το όνομά του. Ένας άλλος, ο μηχανικός Μαρίνος Χαρμπούρης, κατάφερε εν έτει 1770 να μεταφέρει ένα βράχο βάρους 2000 τόνων από ένα έλος της Φινλανδίας στην Αγία Πετρούπολη. Από ότι φαίνεται, αυτή η εκλεκτή παρέα κεφαλλονιτών ηρώων πρόκειται να υποδεχτεί ένα νέο μέλος.

Ο Ευάγγελος Κλωνής γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο της κοινότητας Πάστρας στις 28 Οκτωβρίου του 1916. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που συνολικά θα αποκτούσε οκτώ. Ο Βαγγέλης άρχισε να καπνίζει όταν ήταν τεσσάρων, άρχισε να δουλεύει όταν ήταν πέντε, και παράτησε το σχολείο στην Τρίτη Δημοτικού. Στα 14 του μετακόμισε στην Αθήνα, όπου δούλευε ο μεγαλύτερος αδερφός του. Εκεί δούλεψε σαν εισπράκτορας στο λεωφορείο ενός άλλου Κεφαλλονίτη, του Γεράσιμου Αρσένη: Φορούσε την άσπρη του στολή και έκοβε τα εισιτήρια. Ότι έβγαζε το έστελνε στη μητέρα του, αλλά τα λεφτά ήταν λίγα. Μια μέρα, όταν ήταν 16 χρονών, το λεωφορείο είχε σταματήσει στον Πειραιά, και ο Βαγγέλης είδε κάτι ναύτες να βγαίνουν από ένα καράβι, να πηγαίνουν σε ένα κοντινό κρεοπωλείο, να φορτώνουν κομμάτια κρέας στον ώμο, και να τα μεταφέρουν στο καράβι. Οι ναύτες φορούσαν άσπρες στολές. Ο Βαγγέλης πήγε αμέσως στον Αρσένη, του έδωσε τις εισπράξεις της ημέρας και του είπε: «Εγώ φεύγω. Πες στη μάνα μου ότι θα της στείλω λεφτά από την Αμερική». Και πήγε στο κρεοπωλείο, και φορτώθηκε ένα κομμάτι κρέας, και μπήκε σκυφτός στο καράβι, και κρύφτηκε στα αμπάρια.

Έμεινε κρυμμένος τρεις μέρες, όταν η δίψα, η πείνα, και οι αρουραίοι τον ανάγκασαν να παραδοθεί. Είχαν ήδη περάσει το Γιβραλτάρ, και ο καπετάνιος δεν είχε επιλογή απ’ το να τον βάλει στη δουλειά, μέχρι να πιάσουν λιμάνι. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού συμπάθησε το νεαρό, και τον έβαζε τα βράδια να τους λέει τραγούδια απ’ το νησί. Ο καπετάνιος, βλέπετε, ήταν κι αυτός Κεφαλλονίτης. Όταν έφτασαν στο Λος Άντζελες, ο καπετάνιος προσφέρθηκε να εξασφαλίσει χαρτιά στον Βαγγέλη, για να τον κάνει ναυτικό, αλλά αυτός δεν ήθελε. Έτσι τον αποχαιρέτησε δίνοντάς του ένα τελευταίο δώρο, που θα τον διευκόλυνε να περάσει από τον τελωνειακό έλεγχο. Ο Βαγγέλης δεν ήξερε λέξη αγγλικά, και δεν είχε κανένα χαρτί πάνω του, έτσι όταν ήρθε η σειρά του, έκανε τον κωφάλαλο, και δεν απαντούσε σε καμία ερώτηση. Οι υπάλληλοι τον άφησαν να περάσει, επειδή ήταν όμορφος και σοβαρός, και επειδή φορούσε ένα εντυπωσιακό, επίσημο κοστούμι.

Στο Λος Άντζελες έπιασε δουλειά στο ανθοπωλείο ενός άλλου Κεφαλλονίτη, του Σπύρου Στεφανάτου (ο οποίος σήμερα ζει στην Κεφαλονιά –είναι 94 χρονών). Η πόλη όμως δεν του άρεσε –είχε πολύ κόσμο, και δεν είχε συνηθίσει. Μετακόμισε στο Ντένβερ του Κολοράντο, όπου δούλευε σαν πιατάς σε ένα εστιατόριο, και κάποια στιγμή πήρε και μια δικιά του καντίνα με χοτ-ντογκ και τα πούλαγε στο δρόμο. Εκτός από την ωριμότητα που είχε αποκτήσει δουλεύοντας τόσα χρόνια, μια ωριμότητα που τον έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος από ότι ήταν, είχε και τα γονίδια με το μέρος του. Καθώς άφηνε πίσω τον εφηβικό εαυτό του, μεταμορφωνόταν σε έναν πολύ εντυπωσιακό άντρα. Δεν ήταν πολύ ψηλός, ούτε ιδιαίτερα μεγαλόσωμος, αλλά είχε πολύ καθαρό, αρρενωπό πρόσωπο, και ένα έντονο βλέμμα που έκανε αμέσως εντύπωση στις κοπελιές. Μια ελληνοπούλα τον ερωτεύτηκε, και ήθελε να τον παντρευτεί. Αυτός όμως αρνήθηκε –υποστήριξε ότι ήταν μικρός ακόμα, και έπρεπε να βοηθήσει την οικογένειά του στην Ελλάδα. Οπότε αυτή τον απείλησε ότι θα τον καταδώσει στις Αρχές, καθώς εξακολουθούσε να ζει και να δουλεύει στη χώρα παράνομα.

Ο Βαγγέλης έφυγε από το Ντένβερ και πήγε στο Σικάγο, όπου δούλεψε σε εστιατόρια και μπαρ («μπάρες», όπως τα αποκαλεί ο γιος του Νίκος), αλλά δεν του άρεσε καθόλου το κρύο, έτσι έφυγε κι από εκεί και πήγε στο Χιούστον. Εκεί τον ενοχλούσε η υγρασία, οπότε επέστρεψε στο Ντένβερ, όπου το κλίμα του άρεσε, ελπίζοντας ότι η κοπελιά θα είχε βρει κάποιον άλλο, και θα τον άφηνε ήσυχο. Έτσι έγινε, αλλά δεν έμελλε να μείνει ούτε εκεί για πολύ. Ένας Κεφαλλονίτης φίλος του πρότεινε να πάνε στη Σάντα Φε του Νιου Μέξικο για να βρούνε κάποιους φίλους (Κεφαλλονίτες φυσικά), και τον ακολούθησε.

Η Σάντα Φε τότε είχε 8000 κατοίκους, από τους οποίους οι 800 ήταν Έλληνες. Η κοινότητα ήταν πολύ ζωντανή, και όλα τα εστιατόρια, τα μπαρ και τα κοσμηματοπωλεία ήταν ελληνικά. Ο Βαγγέλης λάτρεψε το μέρος –όλα εκεί, ακόμα και το κλίμα, του θύμιζαν Ελλάδα. Ένας Ζακυνθινός, ο Παναγιώτης Πομόνης, τον πήρε στη δουλειά του, σε ένα μπαρ-εστιατόριο που είχε. Αυτός και η γυναίκα του Ελένη τον δέχτηκαν σαν παιδί τους, και ο Βαγγέλης τους το ανταπέδωσε δουλεύοντας σκληρά. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, και ο Βαγγέλης γρήγορα έγινε συνέταιρος στο μαγαζί. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: Εξακολουθούσε να είναι παράνομος. Όταν άρχισε ο Πόλεμος, βγήκε ένα νέο διάταγμα που καλούσε τους παράνομους μετανάστες να καταταγούν, με αντάλλαγμα την αμερικανική υπηκοότητα. Έτσι ο Βαγγέλης Κλωνής αποφάσισε να πάει στον πόλεμο.

«Ο πατέρας μου ποτέ δεν μίλαγε για τον πόλεμο», λέει ο Νίκος Κλωνής, ο δεύτερος από τους τρεις γιους το Βαγγέλη. «Δεν του άρεσε να λέει ιστορίες γι’ αυτά τα πράγματα. Και μερικές φορές, όταν τον ρωτάγαμε επίμονα, μας μάλωνε».

Η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή είναι ένα μεγάλο μυστήριο, όχι τόσο για τα (πολλά) πράγματα που δεν ξέρουν ούτε οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά για τις λεπτομέρειες που είναι γνωστές και επιβεβαιωμένες, οι οποίες συνθέτουν μια ημιτελή, αλλά απίστευτη ιστορία. Αυτά που ξέρουμε, από τις ιστορίες που είπε στα παιδιά του, από τα αντικείμενα που άφησε πίσω του, και από διάφορα στοιχεία από επίσημα αρχεία που έχουν ανακαλύψει οι δικοί του, πληροφορίες ανεπιβεβαίωτες αλλά πιθανότατα αληθινές, είναι τα εξής: Ο Βαγγέλης Κλωνής, μετά την κατάταξή του, ταξίδεψε στο Fort Bliss στο Τέξας όπου εκπαιδεύτηκε με το στρατό ξηράς. Χάρη στις εντυπωσιακές του επιδόσεις (ήταν άριστος σκοπευτής) τον έστειλαν στην Βιρτζίνια, στη Βάση των Πεζοναυτών. Εκεί τον κορόιδευαν επειδή δεν ήξερε καλά αγγλικά και επειδή δεν ήταν μεγαλόσωμος, στο γνωστό πνεύμα της εκπαίδευσης και της σκληραγώγησης, αλλά ο Κλωνής ήταν πλέον 25 χρονών και από αυτά είχε δουλέψει στα 20, οπότε δεν ήταν ιδιαίτερα δεκτικός σε τέτοιου είδους εκπαίδευση, και δεν χρειαζόταν άλλη σκληραγώγηση. Πλακώθηκε με κάμποσους σκληροτράχηλους marines, και τελικά μετατέθηκε πίσω στο Στρατό Ξηράς. Φεύγοντας έκλεψε αυτά τα λουριά που χρησιμοποιούσαν οι πεζοναύτες για να δένουν το καμουφλάζ στα κράνη τους. Του άρεσαν πιο πολύ από το δίχτυ που έβαζαν στο στρατό ξηράς, κι αυτό ήταν το μόνο πράγμα που κράτησε από τους Πεζοναύτες.

Στην συνέχεια πήγε στη Γιούμα της Αριζόνα, όπου εκπαιδεύτηκε στην έρημο, και μετά επέστρεψε στη Βάση της Βιρτζίνια με το Στρατό. Η εκπαίδευσή του είχε πια τελειώσει, και περίμενε να ακούσει που θα τον στείλουν, πιθανότατα στον Ειρηνικό, όταν ένας βαθμοφόρος ήρθε και τον βρήκε και του ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως. «Σου έχω άσχημα νέα», του είπε. «Οι Γερμανοί σκότωσαν την οικογένειά σου στην Ελλάδα. Δεν έζησε κανείς. Μπορείς, αν θέλεις, να πάρεις μια άδεια και να επιστρέψεις στο σπίτι σου στην Σαντα Φε». Ο Βαγγέλης δεν ήθελε να πάει στην Σάντα Φε, μπορούσε να κλάψει κι εκεί που ήταν. Ζήτησε μόνο ένα πράγμα: «Στείλτε με στην Ευρώπη. Θέλω να πάω στους Γερμανούς».

Ο πρώτος σταθμός του Κλωνή στον πόλεμο ήταν στην Βόρεια Αφρική. Πολέμησε στην Τυνησία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε ήδη ενσωματωθεί στην 1η Μεραρχία Πεζικού, η οποία «καθάρισε» αυτό το μέτωπο στις 9 Μαΐου του ’43, με την παράδοση 40.000 Γερμανών των «Afrika Korps». Στη συνέχεια η Big Red One προχώρησε στη Σικελία την οποία απελευθέρωσε, και μετά επέστρεψε στην Αγγλία, για να προετοιμαστεί για μια άλλη μεγάλη αποστολή: Την απόβαση στη Νορμανδία. Στο Σαουθάμπτον ο Κλωνής περνούσε την ώρα του κάνοντας βόλτες με τον Ιρλανδό φίλο του (το όνομα του οποίου παραμένει άγνωστο) και παίζοντας μπαρμπούτι. Πέρασε μερικούς μήνες σχετικά ξένοιαστους, με διαλείμματα έντασης όταν οι Γερμανοί αποφάσιζαν να βομβαρδίσουν. Σε έναν από τους βομβαρδισμούς, ο Βαγγέλης πήρε στα χέρια του ένα 12χρονο τραυματισμένο κορίτσι, και το πήγε στον Ερυθρό Σταυρό. Το κορίτσι πέθανε λίγα λεπτά αργότερα, και ο Βαγγέλης πήρε το θέμα προσωπικά: Καβάλησε ένα αντιαεροπορικό και άρχισε να ρίχνει Γερμανικά αεροπλάνα μόνος του.

Καθώς έμπαινε το καλοκαίρι του 44, οι συμμαχικές δυνάμεις προετοιμάζονταν για την μεγάλη και κρίσιμη Επιχείρηση Overlord, που θα περιλάμβανε τη μαζική απόβαση στις ακτές τις Γαλλίας. Θα ήταν μια επιχείρηση δύσκολη, γιατί οι Γερμανοί την περίμεναν. Από την έκβασή της θα κρινόταν η πορεία του πολέμου. Στις 4 Ιουνίου του ’44, δύο μέρες πριν από την D-Day, ο Στρατηγός Άιζενχάουερ που είχε αναλάβει την διοίκηση της συμμαχικής στρατιάς, επισκέφθηκε τους στρατιώτες στο Σαουθάμπτον και κουβέντιασε μαζί τους. Ο Βαγγέλης έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήριά του, σε μια συνομιλία που μου μετέφερε ο γιος του: «Εγώ δεν είμαι Αμερικάνος», είπε. «Έρχομαι από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί σκότωσαν όλη μου την οικογένεια. Θα πάω στη μάχη, και δεν με νοιάζει αν πεθάνω». «Είσαι Αμερικάνος γιατί φοράς τη στολή μας», του απάντησε ο Άικ. «Θα πολεμήσεις για την καινούρια σου πατρίδα, αλλά μετά θα γυρίσεις, για να γευτείς τους καρπούς της νίκης». Και ο Βαγγέλης Κλωνής έκανε ακριβώς αυτό.

Μετά την απόβαση, τα αμερικανικά στρατεύματα διέσχισαν τη Γαλλία. Ο Βαγγέλης πολέμησε στη Μάχη των Αρδεννών στο παγωμένο Βέλγιο, μια πολύ σημαντική σύγκρουση, όπου οι Σύμμαχοι κινδύνευσαν να χάσουν τον πόλεμο. Μέχρι εκείνο το σημείο πιθανότατα εξακολουθούσε να υπηρετεί με την Big Red One, αλλά στα πράγματά του οι δικοί του βρήκαν και ένα άλλο σήμα, το σήμα των Tigers, που επισήμως ήταν γνωστοί ως 10η Μεραρχία Τεθωρακισμένων και επίσης συμμετείχαν στην μάχη. Στα προσωπικά του αντικείμενα βρέθηκαν ακόμα τρεις διαφορετικές στολές, και τα στοιχεία συμφωνούν ότι υπηρέτησε επίσης στην 82η ( AA – All American ) και την 101η ( Screaming Eagles ) Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, και στην 654η Μεραρχία Πυροβολικού. Δεν υπάρχει ακόμα εξήγηση για το πώς ένας στρατιώτης θα μπορούσε να πολεμήσει με τόσες διαφορετικές Μεραρχίες. Οι ενδείξεις δείχνουν ότι η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή δεν ήταν καθόλου τυπική ή φυσιολογική. Ο Κλωνής πολέμησε στην Αυστρία, την Πολωνία, τη Γερμανία, μπήκε στο Βερολίνο και το Παρίσι, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πήγε και στον Ειρηνικό. Για τίποτα από όλα αυτά δεν μιλούσε, όμως, δεμένος από όρκους και διαταγές. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν ότι δεν ήταν ένας απλός φαντάρος. Πήρε ασυνήθιστα πολλά μετάλλια (η οικογένειά του αυτό τον καιρό προσπαθεί να εντοπίσει ακριβώς πόσα και ποια), και δέχτηκε και μια θερμότατη ευχαριστήρια επιστολή από τον Πρόεδρο Τρούμαν με ιδιόχειρη υπογραφή. Ο Νίκος Κλωνής έχει ρωτήσει δεκάδες βετεράνους, αλλά ακόμα δεν έχει βρει κανέναν που να έλαβε τέτοια επιστολή μετά τον πόλεμο.

Κάτι άλλο που ξέρουμε είναι ότι κάποια στιγμή, το 1945, βρέθηκε έξω από το Βερολίνο και, υψηλόβαθμος πλέον, πήρε μια απόφαση που έμελλε να τον οδηγήσει στο στρατοδικείο. Σύμφωνα με την ιστορία που εξομολογήθηκε στους γιους του, η ομάδα του, που συνοδευόταν από τεθωρακισμένα, είχε αποκλειστεί από έναν ορμητικό χείμαρρο που είχε 6-7 μέτρα βάθος, και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ήξεραν ότι μια μεγάλη δύναμη Γερμανών πλησίαζε –υπολόγιζαν ότι είχαν δύο ώρες να απομακρυνθούν πριν τους φτάσουν, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν το χείμαρρο. Σε εκείνο το σημείο είχε γίνει μια μάχη, και υπήρχαν πολλοί νεκροί τριγύρω. «Ήταν απάνθρωπο», ομολόγησε ο Βαγγέλης Κλωνής, «αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Δυο ώρες είχαμε. Και τότε το μυαλό μου πήρε μια κεφαλλονίτικη στροφή». Έδωσε την διαταγή, και οι φαντάροι γέμισαν το χείμαρρο με πτώματα Αμερικάνων και Γερμανών, για να μπορέσουν να περάσουν τα τεθωρακισμένα από πάνω τους.

Λίγους μήνες αργότερα, στην οικογένεια του Πομόνη έφτασε ένα γράμμα από το Υπουργείο Αμύνης: Η κυβέρνηση, μετά λύπης, ενημέρωνε τους συγγενείς και τους φίλους ότι ο Βαγγέλης είχε σκοτωθεί. Στο εστιατόριο έγινε ένα μεγάλο μνημόσυνο, και όλοι οι Έλληνες περνούσαν από εκεί για να κλάψουν. Μόνο σε μια γωνιά καθόταν και έπινε ένας Κεφαλονίτης, ο Θεοδωράτος, και έμοιαζε να μην ασχολείται. Τον ρώτησαν γιατί δεν λυπάται για τον φίλο του, και αυτός τους κοίταξε και απάντησε: «Τι να σας πω ρε μαλάκες. Αυτός ζει. Μια των ημερών θα ανοίξει την πόρτα και θα μπει μέσα. Είναι μεγάλος κερατάς. Λένε μαλακίες αυτοί, δεν τον πιάνει σφαίρα τον Βαγγέλη. Δεν του κάνω μνημόσυνο εγώ». Το Γενάρη του 1946, ο Βαγγέλης Κλωνής βγήκε μαζί με τους άλλους βετεράνους από το λεωφορείο και προχώρησε προς το μαγαζί του στη Σάντα Φε. Είχε χάσει την μεταλλική του ταυτότητα, και την είχαν βρει δίπλα σε ένα πτώμα.

Μετά τον πόλεμο ο Βαγγέλης συνέχισε να δουλεύει με τους Πομόνηδες, και πάντα έστελνε λεφτά στο θείο του, τον Γεράσιμο Στάβερη στην Ελλάδα. Ένα απόγευμα, όταν πήγε στο μαγαζί να δουλέψει, ένας άλλος Κεφαλλονίτης που δούλευε εκεί τον πλησίασε και του έδωσε ένα γράμμα. Από την Ελλάδα.

Το γράμμα έγραφε: «Αγαπημένε μας Βαγγέλη. Δεν ξέρουμε που είσαι, εδώ και 6-7 χρόνια. Ο Στάβερης μας βοηθά, αλλά δεν ξέρουμε αν είσαι καλά και που βρίσκεσαι. Εμείς είμαστε καλά. Περάσαμε δύσκολες στιγμές στο πόλεμο, αλλά είμαστε όλοι καλά, και θέλουμε να σε δούμε. Οι γονείς σου». Ο Βαγγέλης δεν δούλεψε εκείνο το απόγευμα. Πήρε μια μπουκάλα ουίσκι και έκατσε σε μια γωνιά με ένα φίλο και έκλαιγε. Όπως είπε αργότερα: «Έκανα και ένα μνημόσυνο για τους Γερμανούς. Σκότωσα πολλούς που δεν έπρεπε να σκοτώσω».

Το 1950, ο Βαγγέλης γύρισε στην Κεφαλλονιά και είδε ξανά την οικογένειά του. Ένα από τα πρώτα πράγματα που του είπε η μάνα του ήταν: «Ξέρω ότι κυνηγάς τις γυναίκες και αυτές σε κυνηγάνε, αλλά πρέπει να βρεις μια να παντρευτείς, για να μη γυρνάς σαν ρεμάλι». Και βάλθηκε να τον παντρολογεί σε όλο το νησί, καθώς είχε φτάσει πια τα 34, και ήθελε να τον δει γαμπρό. Ο Βαγγέλης όμως είχε συνηθίσει τις πολλές και όμορφες γυναίκες, και της ξεκαθάρισε ότι θα πρέπει να βρεθεί κάτι πολύ ιδιαίτερο για να τον κάνει να παντρευτεί. Από όσες έβλεπε δεν του άρεσε καμία, μέχρι που πήγε στη Σκάλα και είδε την Κική.

«Όταν τον είδα, εμένα μου άρεσε», θυμάται η Κική Κλωνή, το γένος Κουρκουμέλη, η γυναίκα του. «Ήταν πολύ όμορφος, σαν movie star, σαν τον Κλαρκ Γκέιμπλ, και ακόμα καλύτερος. Ήταν Κεφαλλονίτης μάγκας». Ο Βαγγέλης όταν την είδε ζήτησε να πάει αμέσως στο σπίτι του πατέρα της. Μέσα σε μια εβδομάδα είχαν αρραβωνιαστεί. Μέσα στον μήνα παντρεύτηκαν. Επέστρεψαν στην Αμερική, και έκαναν τρία παιδιά, στη Σάντα Φε. Κάποια στιγμή η JC Penney’s έκανε μια μεγάλη προσφορά και νοίκιασε το κτίριο του εστιατορίου του Πομόνη, έτσι ο Βαγγέλης έμεινε χωρίς δουλειά. Τα παιδιά πλησίαζαν και την σχολική ηλικία, οπότε πήρε την απόφαση: «Θέλω να πάω τα παιδιά στην Κεφαλλονιά, να κάνουμε άλλη μια γενιά Έλληνες».

Η οικογένεια επέστρεψε στην ρημαγμένη από το σεισμό Κεφαλλονιά, και πιθανότατα θα έμεναν για πάντα εδώ, αν δεν ερχόταν η χούντα. Το καθεστώς απαιτούσε τα παιδιά να πάνε στρατό, έτσι ο Κλωνής πήρε την οικογένεια και ξαναγύρισε στη Σάντα Φε. Ο Βαγγέλης είδε τα παιδιά του να μεγαλώνουν –ο μεγαλύτερος, ο Άγγελος, έχει σπουδάσει πυρηνική φυσική και δουλεύει στο Ναυτικό. Ο Νίκος, ο δεύτερος, κρατά το μπαρ Evangelo’s στο κέντρο του Σάντα Φε, που ο Βαγγέλης άνοιξε το ’70. Ο Δήμος, ο τρίτος, είναι καρδιολόγος. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να λέει ιστορίες από τη ζωή του στον πόλεμο, ψήγματα πληροφοριών που έδιναν στα παιδιά και τους φίλους του μια άλλη εικόνα για τον πατέρα τους.

Όσο κι αν προσπαθούσε να τις ξεχάσει, οι εμπειρίες του από τον πόλεμο τον είχαν σημαδέψει. «Μερικές φορές, όταν έβλεπε ταινίες για τον πόλεμο στην τηλεόραση, έκλαιγε», θυμάται η γυναίκα του. «Μερικές φορές γινόταν νευρικός και μόνο που τα σκεφτόταν». Ο Βαγγέλης δεν ξαναταξίδεψε με αεροπλάνο, και δεν συμπαθούσε τη φασαρία. «Την ηρεμία την έβρισκε μόνο στη Σάντα Φε και στα Κοριάνα, στην Κεφαλλονιά», θυμάται η Πελαγία Στεφανάτου, η κόρη του Σπύρου. Παρ’ όλα αυτά, ο πόλεμος εξακολουθούσε να μοιάζει μια παρένθεση στη ζωή του, και οι γνωστοί του την αντιμετώπιζαν ως τέτοια, χωρίς να δίνουν πολλή σημασία. Είχαν τον Κλωνή στο μυαλό τους ως αυτό τον γλεντζέ, γοητευτικό, εξωστρεφή Έλληνα, που βωμολοχούσε ακατάσχετα και λάτρευε τις παρέες και τα τραγούδια.

Ο Βαγγέλης Κλωνής πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1989. Κηδεύτηκε στα Κοριάνα, και όλοι όσοι τον ήξεραν κράτησαν μαζί τους ο καθένας τη δική του, προσωπική εικόνα γι’ αυτόν. Υπήρχε όμως μια άλλη εικόνα, πολύ διάσημη, που κυκλοφορούσε εδώ και χρόνια, αλλά κανείς δεν την είχε συνδέσει με τον Βαγγέλη. Μέχρι το 1991. «Μια μέρα», θυμάται η Κική Κλωνή, «είχα πάει με το Νίκο και τα εγγόνια μου στο εμπορικό κέντρο. Ο Νίκος είχε πάει να πάρει περιοδικά, κι εγώ πήγα με τα εγγόνια για να τους πάρω παιχνίδια. Κάποια στιγμή βλέπω το Νίκο να έρχεται τρέχοντας. «Μάνα τρέχα!» φώναζε. «Ο πατέρας!» Και εκεί, στο εξώφυλλο του περιοδικού Life, ήταν ο άντρας μου, με στρατιωτικό κράνος και ένα τσιγάρο στο στόμα, και κοίταζε βλοσυρά προς τα πίσω».


Ο Γιουτζίν Σμιθ γεννήθηκε το 1918 στο Κάνσας, και εμφάνισε μια κλίση προς τη φωτογραφία από πολύ μικρή ηλικία. Μεγαλώνοντας έγινε ένας από τους καλύτερους φωτορεπόρτερ που έζησαν ποτέ, δούλεψε για το Life, το Newsweek, και άλλες μεγάλες εκδόσεις, αποκτώντας τη φήμη του λεπτολόγου καλλιτέχνη, που ήταν πρόθυμος να δουλέψει ακόμα και δύο εβδομάδες πάνω σε μια φωτογραφία για να βγάλει το αποτέλεσμα που θέλει. Πήρε διάσημες φωτογραφίες από τον πόλεμο, ανάμεσα στις οποίες και δύο λήψεις του Βαγγέλη Κλωνή: Η φωτογραφία με το τσιγάρο, και η εικόνα με το παγούρι, η οποία πριν από λίγα χρόνια έγινε γραμματόσημο στις ΗΠΑ.

«Ο Γιουτζίν Σμιθ ήταν ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος», μου εξηγεί ο Τζέιμς Ένιαρτ, καθηγητής φωτογραφίας στο Κολέγιο της Σάντα Φε, που τον ήξερε καλά. «Είχε δαίμονες που τον κατάτρεχαν σε όλη του τη ζωή. Ήταν μια ψυχή βασανισμένη, αλλά μπορεί αυτοί οι δαίμονες να τροφοδοτούσαν την ιδιοφυΐα του». Ο Ένιαρτ έζησε μαζί με τον Σμιθ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, και ήταν δίπλα του όταν πέθανε. Έχει ήδη γράψει ένα μεγάλο βιβλίο για το έργο του, και τώρα έχει ξεκινήσει έρευνες για ένα νέο βιβλίο, στο οποίο θα μελετά τη ζωή του Σμιθ παράλληλα με τη ζωή ενός από τα θέματά του: Του Βαγγέλη Κλωνή.

«Αυτοί οι άντρες είχαν πολλές ομοιότητες», μου λέει. «Ήταν εικονοκλάστες, αψηφούσαν τον θάνατο, ήταν πολύ συναισθηματικοί, διψούσαν για περιπέτεια». Είχαν ακόμα παρόμοια ηλικία και έζησαν από πολύ κοντά τον πόλεμο –και κάποια στιγμή, κατά τη διάρκειά του, συναντήθηκαν.
Αυτή η συνάντηση είναι άλλο ένα μεγάλο μυστήριο.

Οι δύο φωτογραφίες του Σμιθ φέρεται ότι πάρθηκαν στο νησί Σαϊπάν του Ειρηνικού, όπου έγινε μία από τις σημαντικότερες Αμερικανο-Ιαπωνικές μάχες του πολέμου. Υπάρχει ένα πρόβλημα, όμως: Η απόβαση στο Σαϊπάν έγινε στις 15 Ιουνίου του 1944, εννέα μέρες μετά την απόβαση στη Νορμανδία.

«Το πιο πιθανό είναι ότι ο Κλωνής έφτασε εκεί κάποια στιγμή σε μια μυστική αποστολή», λέει ο Ένιαρτ. «Αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε ακόμα. Ξέρω ότι ο Σμιθ ταξίδευε συχνά, και απλά πρέπει να ερευνήσουμε τα ταξίδια του και όποια στοιχεία μπορούμε να βρούμε για την θητεία του Κλωνή, ώστε να μάθουμε πότε και που πάρθηκαν οι φωτογραφίες». Στην πορεία, ο Ένιαρτ ελπίζει να μάθει περισσότερα για την υπηρεσία του Κλωνή στον πόλεμο. «Οπωσδήποτε δεν ήταν μια τυπική θητεία», μου λέει. «Συμμετείχε σε υπερβολικά πολλά θέατρα επιχειρήσεων, και είχε εκπαιδευτεί για να χρησιμοποιεί σχεδόν όλα τα όπλα και όλα τα οχήματα –μπορούσε να οδηγεί ακόμα και τανκ. Φαίνεται πως ήταν κομάντο στις Ειδικές Δυνάμεις». Τα παιδιά του Βαγγέλη Κλωνή έχουν αρχίσει ήδη να ψάχνουν όποια στοιχεία μπορούν να βρουν για την θητεία του πατέρα τους, για να διευκολύνουν την έρευνα του Ένιαρτ, και για να μάθουν την αλήθεια. Το αποτέλεσμα, όποιο κι αν είναι, θα είναι συναρπαστικό: Θα είναι η πλήρης, αληθινή ιστορία ενός Έλληνα ήρωα.

Όλα ήταν ματωμένα. Το κύμα που έσκαγε στην αμμουδιά ήταν κόκκινο. Η αμμουδιά ήταν κόκκινη. Και μετά, όταν όλα τελείωσαν, η αμμουδιά δεν φαινόταν, είχε κρυφτεί από τα πτώματα, που στην άκρη της θάλασσας παρασέρνονταν από το κόκκινο κύμα σε ένα μακάβριο λίκνισμα.

Ο Ιρλανδός ήταν δίπλα του στην αρχή. Σέρνονταν μαζί, σαν ένας άνθρωπος, πάνω στην άμμο της Όμαχα Μπιτς, ενώ γύρω τους το μόνο που ακουγόταν ήταν οι σφαίρες: Σφαίρες που σφύριζαν στον αέρα, σφαίρες που καρφώνονταν στην παραλία με ένα κούφιο «παφ» τινάζοντας την άμμο, σφαίρες που έσκαγαν στο νερό και διαπερνούσαν τα σκάφη Χίγκινς, σφαίρες που έσκιζαν σάρκες και τσάκιζαν κόκαλα. Μία σφαίρα βρήκε τον Ιρλανδό στο μέτωπο και διέλυσε το κεφάλι του. Τα μυαλά του χύθηκαν πάνω στον Βαγγέλη.

Την 6η Ιουνίου του 1944, στην δεύτερη από τις πέντε παραλίες όπου θα γινόταν η απόβαση της Νορμανδίας, την επονομαζόμενη Όμαχα Μπιτς, μόνο ένας από τους λόχους του αμερικανικού στρατού αποβιβάστηκε στο σημείο που έπρεπε. Μόνο δύο από τα 29 τανκς που θα πλαισίωναν την απόβαση έφτασαν στην ακτή. Οι βομβαρδισμοί των προηγουμένων ημερών είχαν αστοχήσει τελείως, και έτσι πλήρεις Γερμανικές δυνάμεις φυλούσαν τους λόφους πάνω από την παραλία, και ξερνούσαν μολύβι στους αβοήθητους φαντάρους της Big Red One.

Από τους εκατό πρώτους που πάτησαν στην αμμουδιά, οι 87 σκοτώθηκαν. Μέχρι το μεσημέρι, όταν όλα ήταν κόκκινα και τα πτώματα είχαν καλύψει τα πάντα, μια χούφτα επιζώντες προσπαθούσε να ξεκολλήσει από την παραλία και να καλυφτεί στους πρόποδες των λόφων. Ο Βαγγέλης Κλωνής ήταν εκεί, μέσα στο σφαγείο, και σκεφτόταν την Κεφαλονιά. Πιθανότατα σκεφτόταν ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Θα επιζούσε, όμως, και θα γυρνούσε ξανά το νησί του, και θα ζούσε μια μεγάλη και γεμάτη ζωή, με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και θα κρατούσε για πάντα τη φωτογραφία του Ιρλανδού στο πορτοφόλι του, και θα γέλαγε και θα φώναζε και θα έπινε, και θα έβριζε σε κάθε ευκαιρία αγίους, Χριστούς και Παναγίες, και η Κική του θα του φώναζε «Θα σε κάψει ο Θεός Βαγγέλη», κι αυτός θα της απάνταγε:

«Δεν με έκαψε στη Νορμανδία, τώρα θα με κάψει;»
Αναδημοσίευση από το “Ελλήνων χώρος”

Αυστραλία- Κορυφαίο βραβείο Φυσικοχημείας σε Ελληνίδα καθηγήτρια

26 Φεβρουαρίου 2009
Η Σούλα Μπένετ, (Παναγιωτίδη), βραβεύτηκε από την BHP Billiton ως η καλύτερη καθηγήτρια Φυσικοχημείας της Αυστραλίας. To βραβείο αυτό θεωρείται και είναι το κορυφαίο βραβείο καθηγητές Φυσικοχημείας στην Αυστραλία.
Καθηγήτρια του κρατικού γυμνασίου-λυκείου της Μελβούρνης Northcote High για 20 ολόκληρα χρόνια, η κ. Μπένετ δηλώνει οπαδός της δημόσιας εκπαίδευσης.
Είναι η δασκάλα που πριν από ένα περίπου χρόνο πήρε τους μαθητές της και ταξίδεψε μαζί τους στη NASA, προκειμένου, όπως λέει η ίδια, τα παιδιά που αγαπούν τις θετικές επιστήμες “να δουν την αγάπη τους να παράγει έργο”.
Από το 2001 που ανέλαβε την θέση της υπεύθυνης Μαθημάτων Θετικής Κατεύθυνσης στο σχολείο, οι τάξεις των μαθητών των τελευταίων δύο τάξεων Γυμνασίου που επιλέγουν τις θετικές επιστήμες διπλασιάστηκε.

http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=5362

O Παπαδιαμάντης της Άπω Ανατολής

Λευκάδιος Χερν: Ο Έλληνας Ποιητής της Ιαπωνίας
Τον χαρακτήρισαν «O Παπαδιαμάντης της Άπω Ανατολής». Στη γεννέτειρά του τη Λευκάδα, η προτομή του Λευκάδιου Χέρν βρίσκεται από το 1985 στο πάρκο των ποιητών -δίπλα στον Α. Βαλαωρίτη και τον Α. Σικελιανό.

Ο δρόμος στο σπίτι που γεννήθηκε στο κέντρο της πόλης έχει το όνομα του (στα ελληνικά και στα ιαπωνικά) ενώ οι Πολιτιστικές ανταλλαγές με το Σιντσούκο στο Τόκιο (η πόλη που πέθανε) και την Λευκάδα συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Τα πιο γνωστά του έργα είναι:
Εντός του κύκλου των ψυχών
Η χώρα των χρυσανθέμων
Ιαπωνικοί Θρύλοι, Ηλέκτρα, Καϊνταν
Κείμενα από την Ιαπωνία
Το αγόρι που ζωγράφιζε γάτες και άλλες ιστορίες
Όλεθρος και άλλα διηγήματα.
Ο Λευκάδιος Χερν γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 27 Ιουνίου του 1850. Η Ελληνίδα μητέρα του, Ρόζα Κασιμάτη, ήταν ευγενούς καταγωγής από τα Κύθηρα, ενώ ο πατέρας του, Κάρολος Χερν, ήταν στρατιωτικός χειρουργός στο Βρετανικό Σώμα των Επτανήσων από το Δουβλίνο. Ο πατέρας του πήρε μετάθεση για τις δυτικές Ινδίες και έτσι δυο χρονιά αργότερα ο μικρός Λευκάδιος ταξιδέψε με τη μητέρα του στο Δουβλίνο για να ζήσουν με την οικογένεια του πατέρα του. Μετά από ένα διάστημα συμβίωσης με τον πατέρα του, η μητέρα του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα, καθώς ο Κάρολος Χερν εκμεταλλεύτηκε ένα νομικό κενό και έθεσε εκτός ισχύος τον γάμο του. Έτσι, σε ηλικία πέντε ετών ο Λευκάδιος Χερν αποχωρίστηκε από τη μητέρα του χωρίς να τη δει ποτέ ξανά. Όταν έφτασε σε σχολική ηλικία και άρχισε να διαβάζει, κάποια στιγμή ανακάλυψε ένα βιβλίο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και δήλωσε ενθουσιασμένος: «Εισήλθα στη δική μου αναγέννηση». Αργότερα, και αφού είχε περάσει από το γαλλικό κολλέγιο του Υβενό στάλθηκε στο κολλέγιο Σαίντ Κούθμπερτ (Ushaw Roman Catholic College). Κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού έχασε το ένα μάτι του. Σε ηλίκια 19 ετών αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. Για ένα χρονικό διάστημα έζησε κάτω από συνθήκες μεγάλης φτώχειας, ώσπου γνώρισε τον Χένρυ Γουώτκιν και με τη βοήθειά του βρήκε δουλειά σε μια εφημερίδα. Σιγά σιγά άρχισε να δουλεύει σε υψηλότερες θέσεις και έφτασε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα του Σινσιννάτι (Cincinnati Daily Enquirer). Περιπλανήθηκε στη Νέα Ορλεάνη, στη Νέα Υόρκη, στις Γαλλικές Αντίλλες. Το 1889 βρέθηκε σαν ανταποκριτής στην Ιαπωνία. Αργότερα και με τη βοήθεια του Μπάζιλ Τσάμπερλαιν και του Ίτζιτο Χαττόρι βρήκε θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας στην πόλη Ματσούε στη βορειοδυτική Ιαπωνία. Στον δέκατο πέμπτο μήνα διαμονής του στην Ιαπωνία παντρεύτηκε τη Σετζούκο Κοϊζούμι. Υιοθετεί μάλιστα το όνομα της συζύγου του και από Λευκάδιος Χερν ονομάζεται Κοϊζούμι Γιάκουμο. Μαζί της έκανε τέσσερα παιδιά. Τον Δεκέμβριο του 1896, το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο του προσέφερε την έδρα του καθηγητή της Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Στην Ιαπωνία ο Λευκαδιος Χερν έζησε τα 14 τελευταία χρόνια της ζωής του. Έγινε ο εθνικός συγγραφέας της Ιαπωνίας. Ο Χερν κατέγραψε μια άλλη Ιαπωνία, των θρύλων των σαμουράι και των παραδοσιακών αξιών. Χαρακτηρίστηκε ως ο αυθεντικότερος ερμηνευτής της Ιαπωνίας στη Δύση, ενώ το βιβλίο του «Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία» διδασκόταν σε όλα τα σχολεία της χώρας επί δεκαετίες. Τα βιβλία του είναι περιζήτητα, υπάρχουν 8 μουσεία προς τιμήν του σε όλη την Ιαπωνία, ενώ το άγαλμά του ξεχωρίζει στην κεντρική πλατεία του Τόκιο και μνημεία του έχουν στηθεί σε κάθε γωνιά τις Ιαπωνίας απ’ όπου πέρασε. Ο Λευκάδιος Χερν πέθανε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1903 ύστερα από πνευμονικό οίδημα. Στην πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του υπήρχε το εξής κείμενο: «Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο».

Τιμητική Εκδήλωση για ξεχωριστό Έλληνα γλωσσομαθή

Ο μεταφραστής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που μιλάει 32 γλώσσες!
Ο φετινός εορτασμός της Ευρωπαϊκής Ημέρας Γλωσσών στις 26 Σεπτεμβρίου 2008 είχε ιδιαίτερη σημασία για την πατρίδα μας, καθώς ένας Έλληνας ο κ. Ιωάννης Οικονόμου παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση, που διοργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως ο πλέον πολύγλωσσος μεταφραστής στην υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι απλά.. μιλάει μόνο 32 γλώσσες!!
«Η εκμάθηση ξένων γλωσσών είναι για μένα μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς», δήλωσε ο κ. Οικονόμου, συνέχισε δε ότι κάθε γλώσσα είναι φορέας παιδείας, θρησκείας και πολιτισμού, και ολοκλήρωσε τη σκέψη του λέγοντας «..για να μάθεις μια γλώσσα πρέπει να την αγαπήσεις, να αφήσεις τον πολιτισμό της να σε ποτίσει». Ο πολύγλωσσος Έλληνας εργάστηκε από το 1996 ως διερμηνέας σε επτά γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και από το 2002 εργάζεται στη μεταφραστική υπηρεσία της Επιτροπής. Μεγαλωμένος σε μια από τις πιο τουριστικές περιοχές της Ελλάδας, στα Χανιά της Κρήτης, ο κ. Οικονόμου δηλώνει ότι από πολύ μικρός γοητευόταν από τους «διαφορετικούς ήχους» των τουριστών. Σε ηλικία 5 ετών, ζήτησε από τους γονείς του να μάθει Αγγλικά. Μετά από δύο χρόνια θέλησε να μάθει Γερμανικά, συνέχισε με τα Ιταλικά και τα Γαλλικά και όταν αποφοίτησε από το Λύκειο μιλούσε ήδη 8 γλώσσες, μεταξύ των οποίων Ρωσικά, Τουρκικά και Αραβικά. Σπούδασε στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, όπου αποφοίτησε με Άριστα, και έλαβε υποτροφία από το Ίδρυμα Ωνάση για να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στα Σανσκριτικά στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και στη συνέχεια διδακτορική διατριβή στην Ινδοευρωπαϊκή Γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον πρόλαβε πριν ολοκληρώσει το διδακτορικό του, προσφέροντάς του υποτροφία για σπουδές διερμηνείας στην Τενερίφη και τον προσέλαβε στις τάξεις του αμέσως μετά. Σήμερα μιλάει πολύ καλά 16 γλώσσες και μπορεί να διαβάσει και να εκφραστεί σε άλλες 16.

http://e-emphasis.sch.gr/articles.php?pId=1&iId=21&sId=407&aId=651

Ένας σπουδαίος και άγνωστος Έλληνας

Ο «Πάπα» και η υπόθεση του Πουανκαρέ
Ένας σιωπηλός μετανάστης, ο μαθηματικός Χρήστος Παπακυριακόπουλος, αναχωρεί το 1949 για τον Νέο Κόσμο. «Κατοικεί» στην γεωμετρία και ανοίγει μες στην μοναξιά το δρόμο για την επίλυση ενός μεγάλου μαθηματικού προβλήματος. Έως το τέλος της ζωής του παραμένει, πάντοτε ξένος.


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ του Απόστολου Δοξιάδη

Στις ελληνικές εφημερίδες δημοσιεύθηκε πρόσφατα η είδηση της λύσης ενός φημισμένου μαθηματικού προβλήματος, της Υπόθεσης του Πουανκαρέ. Το πρόβλημα είναι ένα από τα επτά που πρόσφατα «επικηρύχθηκαν» με ένα εκατομμύριο δολάρια έκαστο, και τούτο αναμφίβολα βοήθησε στο να πάρει αρκετή δημοσιότητα το θέμα. Όμως, δεν αναφέρθηκε πουθενά αυτό που μας αφορά κυρίαρχα: η συμβολή στην λύση ενός μεγάλου Έλληνα μαθηματικού, του Χρήστου Παπακυριακόπουλου, ή «Πάπα», όπως τον αποκαλούσαν στο εξωτερικό.
Αναφέρω ενδεικτικά για την αξία του ότι όταν κάποτε ρώτησα τον πατέρα της Θεωρίας των Κατηγοριών, Σάμιουελ Άϊλενμπεργκ, αν υπάρχει κανένας σύγχρονος έλληνας μαθηματικός στο μέγεθος του Ευκλείδη και του Αρχιμήδη, μου απάντησε χωρίς κανένα δισταγμό: «Φυσικά: ο “Πάπα”»!
Λέω δυο λόγια για αυτόν, ώστε να απαλύνω την αδικία της λήθης:
Ο Χρήστος Παπακυριακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1914. Ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων. Μάλιστα, το κτήριο που στέγαζε το μαγαζί του υπάρχει ακόμη, αν και ριζικά ανανεωμένο: είναι το τελευταίο στα αριστερά μας όπως κατεβαίνουμε την Ερμού, πριν την πλατεία Μοναστηρακίου.
Φοίτησε στο Βαρβάκειο και έπειτα στην Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Μετσοβείου Πολυτεχνείου, υπακούοντας αρχικά στην ευχή του πατέρα του να μη δει το γιο του «δασκαλάκο», καθώς έλεγε. Όμως το πάθος του για τα μαθηματικά επεκράτησε και στο τρίτο έτος μετεγράφη στην Φυσικομαθηματική, από όπου πήρε το πτυχίο το 1938. Κατατάχθηκε στον στρατό και όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος βρέθηκε στο αλβανικό μέτωπο.
Στα χρόνια της κατοχής έγραψε την διδακτορική του διατριβή. Με την απελευθέρωση, ανέλαβε βοηθός του καθηγητή Ν. Κριτικού στην παλιά του Σχολή Πολιτικών Μηχανικών. Αλλά οι αριστερές συμπάθειες, σε συνδυασμό με τον ανοίκειο στα ανθρώπινα πράγματα χαρακτήρα του, του έκαναν την ζωή δύσκολη, με αποτέλεσμα σύντομα να παραιτηθεί. Οι λιγοστοί φίλοι του εκείνων των χρόνων τον θυμούνται ως έναν απόκοσμο νέο, ήδη από τότε αφοσιωμένο στην σκέψη, κλεισμένο ατέλειωτες ώρες στο γραφείο του να μελετά τοπολογία, ενώ στο γραμμόφωνο έπαιζε ο αγαπημένος του Βάγκνερ.
Το κλίμα στην Ελλάδα δεν τον σήκωσε για πολύ – ούτε η μισαλλοδοξία, μα κυρίως το μεγάλο επιστημονικό κενό. Κατάφερε να φύγει για την Αμερική το 1949, όπου εγκαταστάθηκε από το 1952 οριστικά. Τα πρώτα του χρόνια ήταν αυτοσυντήρητος, ώσπου πήρε την θέση του ερευνητή, αρχικά στο φημισμένο Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών, το επιστημονικό σπίτι μεταξύ άλλων του Αϊνστάιν και του Οπενχάιμερ, κι αργότερα στην Μαθηματική Σχολή του Πρίνστον. Αν και οι ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας τον κατήγγειλαν στις αμερικανικές ως “κομμουνιστή”, με την στήριξη του πανεπιστημίου του αποφεύχθηκε η απέλαση.
Σε όλα του τα χρόνια στην Αμερική, ο Παπακυριακόπουλος υστέρησε με δική του απόφαση στην ακαδημαϊκή εξέλιξη, με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Έτσι, παρά το τεράστιο κύρος που απέκτησε δεν είχε ποτέ τον τίτλο του καθηγητή, καθώς δεν ήθελε επ’ ουδενί λόγω να αναλάβει διδακτικά καθήκοντα. Αν και ήταν πάντα ευγενέστατος – είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά, και μαρτυρώ κι εγώ για αυτό -, δεν έκανε ποτέ φιλίες ή παρέες, ούτε καν με τους ομοτέχνους τους, τίποτε που θα του έκλεβε πολύτιμο χρόνο από το ερευνητικό του έργο. Μάλιστα, λένε ότι ακόμη κι όταν πήγαινε για τον καφέ του στο σαλόνι των καθηγητών, επέλεγε μιαν απόμερη γωνιά και φρόντιζε με τον τρόπο του να αποθαρρύνει τις κουβέντες. Τόσο ξένος στάθηκε σε κάθε όψη της ζωής, έξω από την πολυαγαπημένη του έρευνα, που τα εικοσιπέντε του χρόνια στην Αμερική τα έζησε στο ίδιο μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου όπου κατέλυσε φτάνοντας, με όλα κι όλα τα εγκόσμια υπάρχοντα του σε μια βαλίτσα!
Όπως και γι άλλους τέτοιους ανθρώπους, κατά συνέπεια, η προσωπική του ιστορία είναι ταυτόσημη με την ιστορία του έργου του.
Ο Παπακυριακόπουλος, από φοιτητής ακόμη, στράφηκε στην τοπολογία των αποκαλουμένων «τρισδιάστατων πολλαπλοτήτων» (3-manifolds) σχημάτων που παρά την ονομασία τους είναι ουσιαστικά τετραδιάστατα, έχοντας τρεις διαστάσεις μόνο «τοπικά». Καθώς η απλή αντίληψη δεν αντιλαμβάνεται τις ανώτερες διαστάσεις, είναι σχεδόν αδύνατο να συλλάβει ο μη-μαθηματικός και τον ορισμό ακόμη αυτών των εννοιών. Ίσως όμως η εννόηση του μαθηματικού όρου της «τοπικότητας» να δώσει μια γεύση της φύσης των «τρισδιάστατων πολλαπλοτήτων»: η περιφέρεια ενός κύκλου, για παράδειγμα, ορίζεται ως «μονοδιάστατη πολλαπλότητα» αφού κάθε κομματάκι της μπορεί, αν κοπεί, να τεντωθεί σε μια ευθεία γραμμή, και κατ αυτή την έννοια την λέμε «τοπικά» μονοδιάστατη, ενώ ολόκληρος ο κύκλος θέλει δυο διαστάσεις για να αναπτυχθεί. Αντίστοιχα, η επιφάνεια μιας σφαίρας, που βρίσκεται στις τρεις διαστάσεις, είναι «τοπικά» δισδιάστατη, καθώς κάθε της κομμάτι – αλλά όχι ολόκληρη – μπορεί να τεντωθεί σε μια δισδιάστατη επιφάνεια. Με την ίδια έννοια και οι τρισδιάστατες πολλαπλότητες είναι σχήματα «τοπικά» τρισδιάστατα, που όμως πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις τους απαιτούν χώρο περισσότερων διαστάσεων για να “ζήσουν”. Ίσως ν’ απορεί ο μη-ειδικός για την σημασία εννοιών τόσο αφηρημένων. Όμως, πέρα από το καθαρά θεωρητικό τους ενδιαφέρον, οι «τρισδιάστατες πολλαπλότητες» είναι καίριες και στην εννόηση της φύσης, καθώς περιγράφουν τον ίδιο τον χώρο μας, όπως μας τον έμαθε η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν.
Από το 1904, που πρωτόγραψε γι’ αυτήν ο Πουανκαρέ, η Υπόθεσή του (που λέει, μέσες άκρες, ότι η «τρισδιάστατη σφαίρα» είναι η μόνη ενδιαφέρουσα απλή πολλαπλότητα σε αυτή την διάσταση) αναγνωρίστηκε ως το κεντρικό πρόβλημα του κλάδου, αυτό που η λύση του θα οδηγούσε στην ταξινόμηση όλων των τρισδιάστατων πολλαπλοτήτων. Αλλά η δυσκολία της ήταν τέτοια που ούτε ο ίδιος ο Πουανκαρέ, πατέρας του κλάδου και μέγιστος μαθηματικός της εποχής του, μπόρεσε να την αποδείξει. Έτσι, οι επίγονοι του άφησαν την Υπόθεση στην άκρη μέχρι να χτίσουν ένα κορμό γνώσης που θα επέτρεπε την λύση της.
Ένα σημαντικό βήμα έγινε το 1910, όταν ο Γερμανός Μαξ Ντεν απέδειξε το Λήμμα του, στο οποίο βασίστηκε όλη η επόμενη πρόοδος της τοπολογίας. Αλλά στα 1929 ήρθε η καταστροφή: ο Κέσνερ, πατριώτης του Ντεν, ανακάλυψε ένα αξεπέραστο σφάλμα στην απόδειξη του Ντεν, που ουσιαστικά ακύρωνε το Λήμμα, καθώς και τα όσα έκτοτε είχαν βασιστεί σ’ αυτό. Έτσι, όταν ο Παπακυριακόπουλος πρωτομπήκε, φοιτητής ακόμη, στο μαγικό βασίλειο των «τρισδιάστατων πολλαπλοτήτων», οι προσπάθειες των τοπολόγων ήταν όλες συγκεντρωμένες στην εύρεση της απόδειξης του Λήμματος.
Το μεγάλο έργο του «Πάπα» ήταν τρία σπουδαιότατα θεωρήματα που άνοιξαν τον δρόμο στην κατανόηση του χώρου στον οποίο ζούμε: το Λήμμα του Ντεν, που κατόρθωσε να αποδείξει πραγματικά, το Θεώρημα του Βρόχου και το Θεώρημα της Σφαίρας. Με την δημοσίευσή τους, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, λύθηκαν οριστικά τα προβλήματα που κυριαρχούσαν στην τοπολογία σχεδόν πενήντα χρόνια. Η φήμη του «Πάπα» απλώθηκε στον κύκλο των ελαχίστων που μπορούσαν να καταλάβουν τις ιδέες του και το 1964 ήρθε η μέγιστη αναγνώριση με την απονομή σ’ αυτόν του Βραβείου Βέμπλεν, της ύψιστης διεθνούς διάκρισης για ανακαλύψεις στην Γεωμετρία.
Τώρα, οι τοπολόγοι ήταν έτοιμοι πια ν’ αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο την Υπόθεση του Πουανκαρέ. Κι ο ίδιος ο «Πάπα» αφιερώθηκε στο έργο ψυχή τε και σώματι.
Δεν πέτυχε τον ανώτερο στόχο. Τον πρόλαβε ο θάνατος, από καρκίνο στα 62 του χρόνια, το 1976. Την Υπόθεση του Πουανκαρέ έμελλε να την αποδείξει τελικά άλλος, ο Ρώσος μαθηματικός Γκριγκόρι Πέρελμαν. Όμως ο Χρήστος Παπακυριακόπουλος άνοιξε τον δρόμο – και αυτό επισημαίνεται στις αναδρομές στην ιστορία του προβλήματος που δημοσιεύονται στα ειδικά διεθνή περιοδικά με την αφορμή της λύσης, αποδίδοντάς του τον ρόλο του στυλοβάτη και πρωτοπόρου.
Μακάρι ο μεγάλος αυτός Έλληνας θα τιμηθεί κάποτε όπως του πρέπει και από την πατρίδα του.