Ἀρχεῖα κατηγορίας: Ποιήματα

Δίαιτες…

Μία μπρός και μία πίσω
λέω δίαιτα ν΄ αρχίσω
έχω γίνει σαν μοσχάρι
θέλω πιο μακρύ ζωνάρι.
Λένε οι γιατροί το πάχος
ότι είναι μέγα λάθος
και αν θες πολύ να ζήσεις
βραδινό μην ακουμπήσεις.
Κι ένα βράδυ στην ταβέρνα
φίλος μου καλός εκέρνα
τρώγω μόνο μια ντομάτα
και μισή βραστή πατάτα.
Αφού τέλειωσε το πάρτι
ίσια πάω στο κρεβάτι
αλλά ύπνος δεν με πιάνει
το στομάχι κάτι κάνει.
Αίφνης το λοιπόν αρχίζει
να τσινάει και να τρίζει
κι είναι άσκημη η λιγούρα
σαν την κρεβατομουρμούρα.
Χάραμα, κοιμούνται όλοι
φαγωμένοι μες την πόλη
και γω μόνος ο καημένος
ξύπνιος ξενηστικωμένος.
Έ! μα άλλο πια δεν σκάζω,
το τηλέφωνο αρπάζω
στο γυράδικο επήρα
δυο σουβλάκια και μια μπύρα.
Φέρτε πίτες, κοκορέτσια,
κότες από τα κοτέτσια,
ρώσικες πατάτες, σάλτσα
θα την κάνω πια ταράτσα.
Πίνω και τα τρώγω όλα
παίρνω ακόμη μια μπριζόλα
ύστερα λίγο πρησμένος
ξάπλωσα ευτυχισμένος.
Έριξα γενναίο ύπνο
μετά από τέτοιο δείπνο
κι ας πεθάνω φαγωμένος
αντί σφόδρα λιμασμένος.

Πως έγινα ποιητής

Στην μάνα μου επίσκεψη πήγα στο Περιστέρι
και όσο επερίμενα να γίνει το φαΐ
κι ενώ ξερογουργούριζε το άντερο με βία
να ξεχαστώ ετσάκωσα βιβλίο εις το χέρι.
Μέσα είχε τα άπαντα του Γιώργου του Σουρή
ποιηματάκια, θέατρα, στιχάκια μαντινάδες
και δύο τόμους είχανε τα άπαντα εκείνου
που εσφαλμένα ποιητή ο κόσμος θεωρεί.
Διαβάζω λίγο στην αρχή, διαβάζω και στο τέλος
με έπιασε πονόματος, οι τρίχες μου επέσαν
με τον ανοικονόμητο εκείνον ποιητή
και εις το τόξο έβαλα φαρμακωμένο βέλος.
Τι σαχλαμάρες είν΄ αυτές στο δίτομο γραμμένες;
οποία ανεγκεφαλιά, οποία ατεχνία;
όταν θα τον εμύραιναν στην κούνια του μωρό
όλες οι μοίρες θάτανε σίγουρα μεθυσμένες.
Όλο κρυάδες έγραφε και όλο σαχλαμάρες
με τ΄ άνοστα αστεία του πλευρίτιδα θα πάθεις
μπορεί δυσκοιλιότητα, άφθες με τερηδόνα
ίσως κανέναν ίλιγγο από τις κουταμάρες.
Αγριεύω και σηκώνομαι κοιτάω ένα γύρω
πολεμική διάθεση μου έρχεται στο στήθος
αρπάζω το μολύβι μου, αρπάζω και χαρτί
εκδίκηση μαινόμενος να πάρω από την Σύρο.
Τρέμετε κάμποι και βουνά, στερέψετε βρυσούλες
της ποίησής μου ο θυμός θα τρίξει στους αιθέρες
και σύ ανοικονόμητε και φαύλε ποιητή
ψάξε για καταφύγιο στης Σύρου της ραχούλες.

Βουκολικό

Αυτό είναι ένα παλιό σατιρικό ποίημα που ανακατεύει ελληνικές και αγγλικές λέξεις.
Παραθέτω ολόκληρη την ομάδα του ποιήματος. Έχει δύο εκδοχές και τρεις εισαγωγές. Μπορείτε να διαλέξετε και να κάνετε συνδυασμό.

In the middle of the στάνη
with πρόβατα around
Μήτσος said to the Κρουστάλλω…

In the village Καλοχώρι
where the flowers ανθούσαν
αnd the horses χλιμιντρούσαν
Μήτσος said to the Κρουστάλλω
-Do you μ’ απατάς με άλλο;
αnd Κρουστάλλω η καημένη
said to Μήτσος λυπημένη
-If you don’t believe εμένα
τότε κill me εδώ πέρα.

One day στη λιακάδα
sitting on the πρασινάδα
say ο Μήτρος to Κρουστάλλω
-Do you μ’ απατάς με άλλο;
κι’ η Κρουστάλλω σαν το hear
τηνε πιάνει μέγας fear
because τόπε η Μαγδάλω
ότι did it μ’ έναν Γάλλο.
αnd the girl πονηρεμένη
lay down σαν πεθαμένη
-Μήτρο if you don’t believe me
με το καριοφύλι kill me.
and the Μήτρος που ήταν θύμα
την επίστεψε the βλήμα

Ο Χριστόφορος Κολομβίδης ανακαλύπτει την Αμερική

Καθώς βόλτα επήγαινα στη θάλασσα μια μέρα
εσκέφτηκα ότι καλή θάταν μια κρουαζιέρα.
Σ’ ένα καράβι ανέβηκα που ήταν στο λιμάνι
και μία Ά Θέσεως έκλεισα μάνι-μάνι.
Φαγιά μου υποσχέθηκαν, ξενύχτια με κορίτσια
και κάθε ικανοποίηση σε ότι έχω βίτσια.
Το πλοίο εσαλπάρισε, πήγα για την καμπίνα
αλλά με βάλαν κι’ έπλυνα τα πιάτα στην κουζίνα.
Και ενώ εγώ ενόμιζα καλά πως θα περνάω,
άρχισα δωδεκάωρες βάρδιες να κοπανάω.
Ολημερίς εις το κουπί, το βράδυ αγγαρεία
και όλο εσκαρφάλωνα ψηλά εις τα ιστία.
Συνέχεια σκληρή δουλειά απ’ το πρωΐ στο βράδυ
και τρώγαμε μεσάνυχτα λιγάκι παξιμάδι.
Τρεις μήνες εις την θάλασσα μας έφαγε τ’ αλάτι
και ο λοστρόμος με λουρί μας βάραγε στην πλάτη.
Στην πείνα με ψοφήσανε, νερό; με κορακιάσαν
για να μην πω πόσες φορές ναυτίες με επιάσαν.
Ώσπου στο τέλος με χαρά «Στεριά-στεριά» ακούμε
και πάμε όλοι χαρούμενοι να αποβιβαστούμε.
Έξω αφού μας βγάλανε, μας στείλαν στα χωράφια
και μας το είπαν άμεσα χωρίς περιστροφή
ότι αν ποτέ θα θέλαμε να δούμε την Ευρώπη,
έπρεπε να πληρώσουμε για την επιστροφή

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σε νέο μετακόμισα σπίτι, πανάθεμά το,
όλο σκουπίδια, φρόκαλα και χώματα γεμάτο
κι αντί μέσω της έμπνευσης τους ουρανούς να ΄γγίζω
με βάζει η γυναίκα μου συνέχεια να σκουπίζω.
Το ηθικόν το δίδαγμα αυτής της ιστορίας
είναι πως όποιος παντρευτεί θάχει ταλαιπωρίας.

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Ήταν απομεσήμερο, καθόμουν στο μπαλκόνι
νοιώθω πως το στομάχι μου ολίγον τι φουσκώνει,
να φταίει τάχα το ψωμί: να φταίει το κρεμμύδι;
Ή μήπως τα πεντέμισυ κιλά πούφαγα μύδι;
ίσως να φταίνε οι αντεριές ή τα καλαμαράκια
ή τα μελομακάρονα ή τα τυροπιτάκια,
μα είναι πιθανότερο η σκέψη όπως τα φέρνει
νάναι το άγχος το πολύ, απού συχνά με δέρνει.
Από τα νεύρα τα πολλά ο στόμαχος φουσκώνει
κι έχει καούρες μόνιμα που το φαΐ τις στρώνει.
Αγχώδης εγεννήθηκα, αγχώδης θα πεθάνω,
χορτάτος θα τον στερηθώ τον κόσμο τον επάνω.
Απ΄ το πολύ το άγχος μου τσιμπάω λιγουλάκι
και πρόσφατα μου φύτρωσε κοιλιά κι ένα παχάκι
που άμα βλέπω γύρω μου να στέκει σαν σωσίβιο
με ένα μένος λυρικό μιμούμαι τον Οβίδιο
που ήταν νευρικός κι αυτός και ψιλοαγχωμένος
και μόνιμα απ΄ το φαϊ εγύριζε πρισμένος.

Η διαθήκη μου

Όντας τρομερός καλλιτέχνης, είχα αναρτήσει παλιά ένα ποίημα με τίτλο ΔΙΑΘΗΚΗ. Ψάχνοντας να το βρω για να το στείλω σε κάποιον φίλο, ανακάλυψα ότι είχε χαθεί μαζί με κάποια άλλα, και από τα δύο ιστολόγιά μου, δεν ξέρω πως. Είχε επιβιώσει βέβαια αντιγραμμένο (και χωρίς πηγή ΦΥΣΙΚΑ) σε δύο τρία άλλα ιστολόγια. Οπότε το ξανα-αναρτώ. Τι να κάνω; Αντιγράφω αυτούς μου με αντέγραψαν!

Η υστερνή μου θέλησις όταν θα μεγαλώσω
και την οδό την ένδοξο του βίου μου τελειώσω
είναι να με φυτέψουνε μέσα σε μια πλατεία
και να μου κάνουν άγαλμα και άλλα μεγαλεία.
Η μέρα δε η κρίσιμος η της γεννήσεώς μου
να ορισθεί εξ άπαντος επέτειος του κόσμου.
Παράτες και βεγγαλικά, οχήματα, φαντάροι,
οι πόλεις να σκοτώνονται ποια γόνο θα με πάρει,
οι βουλευτές, οι γραμματείς κι οι άλλοι φαρισαίοι
για μένανε να σβήνουνε των αγροτών τα χρέη.
Να πέφτει ο τιμάριθμος, τα κέρδη ν΄ ανεβαίνουν
και οι φτωχοί και άποροι με κρέας να χορταίνουν.
Τρεις κηπουροί με το γκαζόν που θάχω να παλεύουν
να το αφήνουν μπόλικο και να μην το κουρεύουν.
Τριγύρω να χοροπηδούν χορευτικά Ποντίων,
Θρακών, Πελοπονήσιων, Κρητών μα και Κυπρίων.
Παντού οι μικροπωλητές να ψήνουν παϊδάκια,
ο κόσμος δέ να πρήζεται με μπύρες και σουβλάκια,
να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα
από τα τόσα έκτροπα μέσα εις την αλάνα.
Να κόβουν βόλτες αλβανοί, μαύροι, ινδοί, αζέροι,
σκύλοι, γατιά, καλόγεροι, ζευγάρια χέρι χέρι
και θίασοι πολυμελείς να παίζουνε κοντά μου
τα έργα τα διάσημα που είναι όλα δικά μου.
Πολύστηλους διθύραμβους να γράφουνε στον τύπο
για μένα που κατήγγειλα κάθε φρικώδη ρύπο,
που ήμουνα αδέκαστος ταγός και δικαστής
που δυστυχώς δεν έβαλα και για πολιτευτής
(γιατί ακαίρως κόπηκε της νιότης μου το άνθος
στα εκατό με πάτησε μ΄ αμάξι κάποιος Μάνθος.
Γίνηκε διαδήλωση τότε για τα τροχαία
έπεσε η κυβέρνηση μα βγήκε άλλη νέα
και έβγαλε διάταγμα (σκληρή διαταγή)
όλοι να υπακούσουνε σ΄ αυτή την προσταγή,
εδιετάχθη το λοιπόν εάν κανείς τολμήσει
άλλον σοφό ωσάν εμέ να πάει να πατήσει
από το κράτος στην στιγμή μία ποινή θα έχει:
του δίνουν πέντε πεθερές ολημερίς να τρέχει).
νάχει παιχνίδια πλαστικά η πιτσιρικαρία
και στην πλατεία νάρχεται και η κουτσή Μαρία,
κάθε σαββατοκύριακο τζάμπα κρασί να δίνεται
όλοι να διασκεδάζουνε και της τρελής να γίνεται
Κι όταν η μέρα πούφυγα θάρχεται η αποφράδα
όλοι να τρώνε πιπεριά καυτή και φασολάδα.
Απ΄ το πολύ αέρισμα το νέφος ν΄ αυγαταίνει
το πλήθος δε να πέρδεται και να μην το χορταίνει.
Τουρίστες απειράριθμοι με όρεξη να μένουν
να προσκυνούν το μνήμα μου, μέσα να μπαινοβγαίνουν
και εις το βάθρο το ψηλό που θάχει τ΄ άγαλμά μου
να έχει ένα τετράστιχο κάτω απ΄ τ΄ όνομά μου:
Της Κρήτης είναι ο ποιητής
ολίγον τι ξεκούτης
κι αν και γεννήθηκε σωστός
εχάζεψε εν τούτοις.

Πόλεμος Τσίπρα στην διαφθορά

Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται; Μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.
Ο Τσίπρας κάνει πόλεμο ποιος θα τα κονομάει.
Η Διαπλοκή τον πλάκωσε στης Άττικα τον πύργο.
ΑνΕλ στο χέρι άρπαξε, στους βουλευτές του κράζει.
-Πασόκ ΝουΔού φωνάζουνε, παιδιά μου ότι αρπάξτε!
Χίλια σεντούκια βρήκανε λεφτά συνταξιούχων,
και άλλα χίλια εισφορές από εργαζομένους.
Αυτοί «μαζί τα φάγανε», εσείς ξαναπληρώστε

Ο Ερωτόκριτος

Ανακαλύφθηκε τυχαία στην Εθνική βιβλιοθήκη ένα παλιό βιβλίο με μία διαφορετική εκδοχή του Ερωτόκριτου.
Ορίστε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Ο Κομματόκριτος και η Ελλαδούσα
Τα Capital κι οι μετοχές, που ανεβοκατεβαίνουν,
με τις τιμές που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και της ΕΕ τα δάνεια, που αναπαημό δεν έχουν,
που απ’ το Kαλό προς το Kακό δεν περπατούν μα τρέχουν·
και των Κομμάτω οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
των Εκλογών τα όνειρα διάολος θα τα πάρει·

αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τι κάμαν και τι φέραν
εις την Ελλάδα την φτωχή που πίστεψε τον Τσίπρα
που όμως αποδείχθηκε ότι δεν είχε Τσίπα
Κι όποιος πηγέ και ψήφισε πολιτικό κιανένα,
ας έρθει για ν’ αφουκραστεί τι τούχει αυτός γραμμένα·
ας πάρει κόλλα και χαρτί για να υπολογίσει
εις το βαρέλι το άπατο πόσο νερό θα χύσει

Εις την ΕΕ οι τράπεζες τσιμπούσι έχουν στρώσει
Και μόνο του ελλαδιστάν ο κόσμος θα πληρώσει
Διότι με τον Πάγκαλο τάχα μαζί τα φάγαν
Μα τρώγανε τα κόμματα, αυτοί μόνο τηράγαν
Ο Βενιζέλος έφαγε μα και ο Μητσοτάκης
Σημίτης, άλλοι μπόλικοι και το κορόιδο ο Άκης
Εφάγανε οι βολευτές χωνεύουνε ακόμα
Κι ο λαουτζίκος κάθεται με ανοιχτό το στόμα.

Τάμαθες Ελαδούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
Ο Τσίπρας μας επόβγαλε στου Δου-Νου-Του την στράτα
Μεγάλο φέσι βάλαμε μας φτάνει ως την μέση
το ΟΧΙ που ψηφίσαμε εδώ δεν έχει θέση
μεγάλη τούμπα έκανε ο Τσίπρας στην Ευρώπη
από την ζήλια έσκασε ο Κυριάκος και η Φώφη
Και τώρα θα πληρώνουμε και μεις και τα παιδιά μας
Κι όπως το πάει ο Σύριζα και τα τρισέγγονά μας.

Οι σκιές

Ο ήλιος έδυσε και ήρθε η νύχτα. Οι σκιές των σκοταδιών άρχισαν να σκιάζουν την πόλη. Μέσα στις σκιές των πολυκατοικιών μια σκιά στέκει ακίνητη. Κανείς δεν κινείται μέσα στις κρύες σκιές της βραδιάς. Η σκιερή σιλουέτα στέκει αόρατη μέσα στην σκιά της νύχτας. Μια εβδομάδα τώρα ένα σκοτεινό παιχνίδι εκτυλίσσεται στις σκιές. Η σκιά που παραμονεύει κρυμμένη στους ίσκιους της νύχτας παρακολουθεί ακούραστη.

Ξαφνικά μία σκιά εμφανίζεται από την σκιερή είσοδο της σκοτεινής πολυκατοικίας. Εξετάζει τις απειλητικές σκιές που την περικυκλώνουν και μετά προσπαθεί να χαθεί μέσα στο σκοτάδι. Στα χέρια της κρατάει ένα σκιερό αντικείμενο.

Η σκιά που, τόσες μέρες, παρακολουθούσε στις σκιές άρχισε να ακολουθεί την σκιά με το σκιερό αντικείμενο προσπαθώντας να παραμένει απαρατήρητη στις σκιές. Είχε γίνει η σκιά της σκιάς με το σκιερό αντικείμενο. Η σκιά ήταν χαρούμενη που είχε έρθει η ώρα να ανταμειφθεί για τους κόπους της. Έτσι δεν κατάλαβε ότι μια άλλη σκιά παρακολουθούσε την σκιά που παρακολουθούσε την σκιά με το σκιερό αντικείμενο. Και αυτή επίσης είχε τον ίδιο σκοπό. Η σκιά με το σκιερό αντικείμενο κατάλαβε ότι μέσα στους ίσκιους της νύχτας μια σκιά την ακολουθούσε. Προσπάθησε να γίνει ένα με τις σκιές της νύχτας.

Ήταν όμως αργά. Οι σκιές που την ακολουθούσαν δεν την έχασαν μέσα στους ίσκιους. Την πρόφτασαν και μια αδυσώπητη πάλη άρχισε ανάμεσα στις σκιές μέσα στην σκιά της νύχτας. Όλες οι σκιές ήθελαν το σκιερό αντικείμενο. Η μάχη έφτασε στο τέλος της. Μόνο μία από τις σκιές είχε μείνει όρθια με το σκιερό αντικείμενο του πόθου της στα χέρια.

Όμως… Τραγωδία!!!

Πάνω στην πάλη μέσα στους ίσκιους ανάμεσα στις σκιές, το σκιερό αντικείμενο είχε σπάσει και ήταν άχρηστο. Η σκιά απελπισμένη αισθάνθηκε έναν ισχυρό πόνο στο μέρος της καρδιάς. Ένας ίσκιος σκέπασε τα μάτια της, έπεσε και χάθηκε μέσα στους ίσκιους της νύχτας. Από την ανατολή ένα αμυδρό φως άρχισε να φωτίζει τις σκιές…